Κυριακή 21 Μαΐου 2017

Ξένοι στον Κόσμο μας



                                                              Πειραιώς προς Ιερά Οδό

    Έρχομαι απ’ το Γκάζι ανεβαίνοντας την Βουτάδων. Βγαίνοντας στην Πειραιώς βρίσκομαι αντιμέτωπος με μια τεράστια τοιχογραφία η οποία εκτείνεται σε μήκος πολλών δεκάδων μέτρων σκεπάζοντας έναν τοίχο που συμπορεύεται με τον δρόμο. Το κόκκινο κυριαρχεί ζωηρεμένο από το τελευταίο φως ενός κρύου ήλιου. Μια στάση λεωφορείου, σφηνωμένη μέσα στην τοιχογραφία, είναι και αυτή βαμμένη. Μια κοπέλα, σαν να είναι μια από τις φιγούρες του έργου, κάθεται στη μοναχική στάση. Ανάμεσά μας βουίζει η κυκλοφορία. Όπως βλέπω τη σκηνή, αποφασίζω να γίνω και εγώ μέρος της ζωγραφιάς. Διασχίζω τον δρόμο και πάω και κάθομαι δίπλα στην κοπέλα παίρνοντας θέση μες την τοιχογραφία. Το πεζοδρόμιο είναι απελπιστικά στενό, τ’ αυτοκίνητα συρίζουν μπρος μας σε απόσταση αναπνοής. Ύστερα από τρία λεπτά το κορίτσι σηκώνεται, κάνει λίγα βήματα πάνω-κάτω και φεύγει. Μένω στη στάση μόνος. 
    Και τότε τον είδα. Ερχόταν από κάτω. Φόραγε ένα κοντό γκρίζο παλτό, σταχτί φθαρμένο παντελόνι, είχε τα χέρια του στις τσέπες και στο κεφάλι φορούσε ένα ξεβαμμένο ανοιχτοπράσινο μαντήλι δεμένο στο λαιμό όπως το φοράνε οι γριές.
    Ο άνθρωπος ερχότανε σαν αδριάντας. Πανύψηλος, χωρίς αμφιβολία επιβλητικός, είχε πλατύ μπρούτζινο πρόσωπο χαρακωμένο από την ηλικία και τους καιρούς. Τα δυνατά μήλα, τα σχιστά γκριζογάλανα μάτια υποδήλωναν ότι ανήκε μάλλον στην Τουρανική φυλή. ΄Η μάλλον ήταν ένας Σιού!
     Ένας Σιού? Τι γύρευε ένας Ογκάλα Σιού στην Πειραιώς? Βαδίζων προς την εκβολή της Ιεράς Οδού?
    Το ερώτημα έπεσε απάνω μου κατακλυσμιαίο. Πέρασε αργά, κοιτώντας μπροστά, σαν να πέρναγε Αιώνας. Έσερνε ανεπαίσθητα το δεξί του πόδι. Αθάνατα εντυπώθηκε στη μνήμη μου εκείνο το άθλιο παπούτσι που πέρασε τόσο κοντά στα μάτια μου καθώς ήμουν καθισμένος. Παρ’ όλο το θόρυβο της κυκλοφορίας η διάβασή του άπλωνε μια αρχαία σιωπή. Το βλέμμα μου τον ακολουθούσε. Σηκώθηκα πάραυτα. Ένας καταγραφέας πρέπει να ‘ναι πάντα εφ’ όπλου λόγχη, σκέφτηκα.
    Τον πήρα στο κατόπι, πάνω προς τα πάρκα και τις πρασιές στο παλιό αμαξοστάσιο. Ο άνθρωπος βάδιζε αργά. Ήταν φανερό ότι αν και υπήρχε κατεύθυνση δεν υπήρχε σκοπός. Το δεξί του πόδι τον δυσκόλευε. Τράβαγε προς τα ‘κει που πυκνώνανε τα κτίρια, που η πόλη ορθωνότανε αρχέγονη ξανά σαν το Δάσος.
    Σιγά-σιγά βράδυνα το βήμα. Δεν ήθελα να ακολουθήσω άλλο. Φτάνοντας στην αντιπέρα όχθη ενός δρόμου σταμάτησα. Έκανα μισή μεταβολή, χτύπησα στις πλάκες του πεζοδρομίου το δεξί τακούνι και έπαυσα την παρακολούθηση. Έμεινα να θωρώ τη γκρίζα πλάτη του, που πάνω της είχαν αποτυπωθεί τα πάνδεινα, να απομακρύνεται διστακτικά ανάμεσα στις πλάτες των αυτοκινήτων.

    Την ένοιωθα πολλή ώρα τώρα, μια θύμηση έψαχνε δρόμο για το φως. Ξαφνικά ήταν εκεί! Την βόηθησαν κι οι ανοιχτοί ορίζοντες, το μεγάλο ξέφωτο: Πάνε χρόνια. Μπορεί και 20. Είμαι καθισμένος σ’ ένα αυτοκίνητο, στη θέση του συνοδηγού. Πηγαίναμε σημειωτόν μέσα στην πυκνή κυκλοφορία. Πότε επιταχύναμε και ύστερα επιβραδύναμε. Και εγώ και ο οδηγός καθόμασταν σιωπηλοί στις θέσεις μας. Ήταν ένας κόσμος αυτοκινήτων, ένας κόσμος κίνησης!
    Πάνω από τις σκεπές είδα ένα κεφάλι. Ένας άνθρωπος βάδιζε ανάμεσα στα αυτοκίνητα αντίθετα στην κυκλοφορία. Φτάνοντας ως εμάς διαγράφηκε ολόκληρος. Το πρόσωπό του ήταν ήρεμο, σχεδόν ανέκφραστο. Τα μάτια του άδεια ή μάλλον άδεια απ’ οτιδήποτε ελάμβανε χώραν και προσηλωμένα κάπου μακριά, εκεί από όπου είχαμε όλοι έλθει. Έτσι μας προσπέρασε και χάθηκε προς τα πίσω. Ποτέ πριν δεν είχα ξανασκεφτεί εκείνη τη σκηνή. Τώρα ήξερα πως εκείνος ο άνθρωπος, εκείνη η μορφή, ήτανε ο ξένος.



                                                                                                   Β.Η                                                                                                                                                                                                                                            

1 σχόλιο:

  1. ... ήρθε στον κόσμο κι ο κόσμος δεν τον δέχτηκε...

    Η μοίρα των αποδιωγμένων.

    ΑπάντησηΔιαγραφή