Πρόσφατα σχόλια

http://your-blog-name.blogspot.com

Τρίτη, 1 Μαρτίου 2016

Ικαρία




                                                              Για την Τέχνη της Αφήγησης


    Υπάρχουν αφηγητές! Και υπήρξαν μεγάλοι αφηγητές! Αίφνης Ικαρία! Σταμάτης Κόχυλας! Αδελφός Δημήτρη Κόχυλα! Διατηρούσε δε ο δεύτερος καφενείο, το καφενείο «Ανατολή», στον Αρμενιστή, στη βόρεια πλευρά του νησιού, περιοχή Ράχες. Τέσσερα καφενεία στη σειρά, σε βεράντα υπερυψωμένη πάνω από την προκυμαία. Τέσσερεις καφενέδες στη σειρά, τελευταίο του Δημήτρη, δύο στη μέση , πρώτο του αδελφού του, τού Σταμάτη. Όπως έμπαινες στη βεράντα. Στο κατέβασμά σου απ’ τη στροφή του χωματόδρομου. Όπου έκανε στάση το λεωφορείο που συνέχιζε για Ράχες.
    Του μπαρμπα-Δημήτρη και των άλλων δυό, φτιάχνανε επίσης και φαΐ. Του Σταμάτη μόνο καφενείο. Καφές, καρυδόπιτα, κονιάκους, ραβανί. Ως εκεί! Αλλά το μαγειρευτό φαΐ που τρώγαμε στου μπαρμπα- Δημήτρη ήταν η μιά από τις δυό βάσεις μας στην Ικαρία. Η άλλη ήτανε η άμμος. Εκεί, που κοιμόμασταν μες τις καλαμοκαλύβες και συμβαίναν όλα τ’ άλλα. Δηλαδή φωτιές και τα τοιαύτα!
    Πέρασαν από εκεί «απόφοιτοι με μέτριο βαθμό», ροκάδες, οξυγονοκολλητές, ποιητές, καταραμένοι, εξαίσιες κοπέλες με λαμπερά μάτια, ορθόστηθες κοπέλες, και ο ανθός της Ευρώπης. Έπρεπε να’ ναι ο ανθός για να ‘χουν ανακαλύψει τον αρχαίο ‘κείνο βράχο όπου γκρεμίστηκε ο γιός του Δαίδαλου!
 Ο ένας έφερνε τον άλλο, γιατί στην Αθήνα, όπως και αλλού, ερχόταν το σκοτάδι. Στη χαρούμενη δεκαετία του ’80, που μόλις άρχιζε, από κάτω αυξανόταν το σκοτάδι και η Νύχτα σταθερά εκτόπιζε τη Μέρα. Κι εμείς που, αγέρωχοι, κάναμε σπουδή στη Νύχτα, τη συνηθίζαμε σιγά-σιγά, αλλά και πάλι δεν αντεχότανε η Νύχτα. Έτσι, στην Ικαρία, ξεκλέβαμε χρόνο από ‘κείνη τη γλυκόπικρη θητεία και βγαίναμε για λίγο πλησίστιοι μες τη Μέρα.
    Ήταν μιά εποχή πριν από το ημερολόγιό μας όπου ακόμα οι ντόπιοι ρωτούσαν: πώς πήγε το καλοκαίρι? Δεν είχαν ακόμα αρχίσει να ρωτούν, πώς πήγε η σαιζόν?

    Έφτασα στην Ικαρία Σεπτέμβρη του ’79 ναυαγός από έρωτα. Πάνω στα βουνά συνάντησα την ομίχλη, πετρόκτιστα χωριά και ξανθά παιδιά με σιταρένιο δέρμα. Το μέρος αόριστα μου θύμισε Σκωτία. Και σ’ ένα κοιμητήριο δίπλα στο θαλασσινό κύμα έξω από το Καραβόσταμο ευχήθηκα να βρω έναν τάφο όταν θα ερχότανε η ώρα. Ή μπορεί να ΄τανε κι αλλού, στο Φλες.
     Όταν γύρισα πιά Αθήνα οι διηγήσεις μου ξεσήκωσαν μυαλά που δεν περίμεναν παρά ένα σύνθημα. Έτσι στα τέλη Αυγούστου του ’80 άρχισε μια εκστρατεία με σκοπό ένα άγνωστο σημείο στο πέλαγος που, αν μη τι άλλο, έφερε ένα όνομα μυθικό.
    Παρέες από το Χολαργό που ’χαν γίνει ένα με άλλες από την πλατεία Αμερικής έπαιρναν καράβια από τον Πειραιά ή από οπουδήποτε στις Κυκλάδες με κατεύθυνση την παραλία του Αρμενιστή. Και κάποιοι συναντηθήκαμε πάνω σε καταστρώματα και γείραμε πάνω σε κουπαστές. Ταυτόχρονα, κάποιοι ξένοι που είχα συναντήσει στα νησιά ήταν κι αυτοί σχετικά συνεπείς στο ραντεβού. Έτσι ήρθανε εκείνες οι ατέλειωτες τριάντα μέρες του Σεπτέμβρη του ’80.
   Άγνωστοι, γνωστοί και φίλοι έρχονταν ψάχνοντας και μας βρίσκανε στο βασίλειό μας, πέρα στις άμμους ή στη βεράντα με τα καφενεία όπου αγναντεύαμε τη θάλασσα, όπου ξοδεύαμε αφειδώς την περιουσία μας που ήταν μοναδική και λεγόταν χρόνος άπειρος.
    Και οι νεοφερμένοι αναγνώριζαν στα πρόσωπά μας τα σημάδια μιάς αρρώστιας στην οποία δεν θ’ αργούσαν να υποκύψουνε κι αυτοί. Αρχαία αρρώστια που λεγόταν λήθη.
    Σ’ εκείνη τη βεράντα με τους τέσσερεις καφενέδες στη σειρά αυτοί εκ Χολαργού και εκ Παπάγου με άλλους από την πλατεία Αμερικής, πάνκηδες από το Βόρειο Λονδίνο  και άλλους σύγχρονους αυθάδεις και ‘κείνους απ’ το NeuKoeln και το Κreuzberg - μιάς πόλης αχανούς που γινόταν ενιαία απλώνοντας τα πλοκάμια της παντού- αναμειγνύονταν με μετανάστες που επέστρεφαν από την Αμερική, ανθρώπους που ‘χαν πηδήξει απ’ τα καράβια στη Νέα Υόρκη και στη Νέα Ορλεάνη και βοσκούς, ψαράδες και σαλούς! Κανένας αρχιτέκτονας κανένας πολεοδόμος και κανένας σκηνογράφος δεν θα μπορούσε να κατασκευάσει μια καλύτερη «σκηνή» από εκείνη την τυχαία βεράντα για να πετύχει τέτοια όσμωση ανθρώπων, ανθρώπινων ιστοριών, χαρακτήρων και πεπρωμένων. Ίσως λοιπόν ήτανε μια γέφυρα που τη διέσχιζε μικρός παρδαλός θίασος και τον κοίταζε βαθιά μέσα από τις χαράδρες του ο Χρόνος. Αφού τέτοιες στήνει αυτός.
    Σε όλο εκείνο το ατέρμονο συμπόσιο, μια φιγούρα, ο μπαρμπα Δημήτρης, εκινείτο αργά με το δίσκο στο χέρι, παρατηρώντας κάθε τι με γλαρωμένα μάτια και βλέφαρα βαριά από πίεση, και με ένα σχόλιο που ερχόταν αλάνθαστα στην ώρα του, που ήταν πάντα στιγμή κενού-πρόσκαιρης σιωπής, απέδιδε, συμπύκνωνε, υπογράμμιζε αυτό που συνέβαινε. Κι ήταν σαν ο ίδιος ο μπαρμπα-Δημήτρης να δημιουργούσε το κενό. Βέβαια εμείς που γνωρίζαμε ότι η ομορφιά- το εύμορφον- σημαίνει την καλή μορφή , θα χρειαζόμασταν δεκαετίες για να μάθουμε ότι όταν λέμε ωραίο, αυτό προέρχεται από την ώρα τη σωστή, αυτό δηλαδή που έρχεται όταν ο χρόνος ωριμάζει! Ο δε ταβερνιάρης μας κατείχε τόσο καλά την έννοια του Χρόνου και της οικονομίας Του, μ’ έναν τρόπο που δεν θα μπορούσαν ποτέ να διανοηθούν οι οικονομολόγοι που ήδη από τότε ελλοχεύαν. Έτσι, σιγά σιγά, υποκρυφίως και πλαγίως, έπαιρνε ανάμεσά μας τη θέση ενός αρχαίου τελετάρχη, ενός Συμποσιάρχη- ενός είδους Master of Ceremony. Χωρίς δε καν να το καταλάβουμε μας είχε καταστεί απαραίτητος κι από πελάτες γινόμασταν κάποιοι εκλεκτοί φιλοξενούμενοι.
    Ήδη την πρώτη μου φορά, προχωρημένο φθινόπωρο του ’79, είχα δει ένα βράδυ τον Δημήτρη να ξαπλώνει στον ξύλινο πάγκο να βάζει το ένα πόδι πάνω στ’ άλλο, φορώντας τα χοντροπέδιλά του, και να παίρνει αγκαλιά ένα βαρύ δερματόδετο βιβλίο. Απέναντι κρεμόταν ένας Παγκόσμιος χάρτης και παραδίπλα η κυρά του, η Μαρία, αλεύρωνε, τηγάνιζε και ξανααλεύρωνε ψαράκια. Έσκυψα και διάβασα τον τίτλο: «Τα απομνημονεύματα  του στρατηγού Σαράφη». Δεν μπόρεσα να μην μακαρίσω φωναχτά τον άνθρωπο στο τέλος του καθημερινού του μόχθου. Μπορούσες να το νοιώσεις: ερχόταν η εποχή που θα ‘κλείνανε τις πόρτες και θα ‘τριζε το μαγαζί από τη δύναμη της θάλασσας και τον πολύν αέρα και μέσα θα μπουμπούνιζε η σόμπα. Ναι, μπορούσα σχεδόν ν’ αγγίξω αυτή την λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην αγριότητα και τη θαλπωρή.
    Έτσι άρχισα να επιστρέφω στην Ικαρία. Βρέθηκα εκεί μες το χειμώνα, έκατσα γύρω από σόμπες, έφαγα σκασμένα κάστανα και ήμουνα παρών σε συζητήσεις για το πότε έδεσε για τελευταία φορά στον Αρμενιστή το Μιμίκα Λ.! Ήταν το ’47?  Ή το ’49? Και τα πειράγματα κι οι διαφωνίες έδιναν και έπαιρναν με σκοπό να φύγει η νύχτα. Και μετά, όλοι μαζί, αλλάζαμε στέκι. Βγαίναμε στη θαλασσόβρεχτη βεράντα που τη μαστίγωναν ριπές και καταφεύγαμε στου Σταμάτη για ζεστό κονιάκ.
    Πάμε λοιπόν στον Σταμάτη! Τον Σταμάτη Κόχυλα! Κοντός αυτός, αδύνατος, με ρουφηγμένα μάγουλα και μάτια αγέλαστα που ‘χαν μελαγχολία σκύλου. Σε κοίταζαν ενώ γελούσες σαν να λέγανε: Τι γελάτε κακόμοιρα? Κι όταν σηκωνόταν εκείνα τα χειμωνιάτικα βράδια μες το καφενείο του να πει μιά ιστορία απλωνόταν νεκρική σιγή.
    Πήγα για ψάρεμα και βγήκα στη Μέσα Ακτή να ξαποστάσω. Εξάπλωσα στην άμμο κι έδεσα στο πόδι μου τη βάρκα. Όσο κοιμόμουνα και ονειρευόμουνα άλλαζε ο καιρός.  Εδώ περιέγραφε εν συντομία την αλλαγή κατεύθυνσης του ανέμου, τον αέρα που σηκωνόταν από «μέσα», απ’ το ποτάμι, και τη γλυκειά ρυτιδωμένη θάλασσα που γινόταν κυματώδης- πράγματα γνωστά- και δεν θα το πιστέψετε ρε παιδιά: ξαφνικά ξύπνησα μισοπέλαγα!
    Σφυρίγματα, φωνές, χαρούμενη αποδοκιμασία συνόδευαν το εξωφρενικό και τερατώδες τέλος- τίποτα! Όλα αυτά ήταν ανακούφιση του κρυφού φόβου- πάντα ξυπνάμε μισοπέλαγα!
    Ναι, ήταν μισοφάνερο ότι τα γέλια ήταν ανάχωμα στο φόβο που όλοι είχαμε κάποια στιγμή νοιώσει και ο Σταμάτης μας υπενθύμιζε πλαγίως.
    Αλλά δεν ήταν μόνο οι τερατολογίες. Ο Σταμάτης διηγείτο περιστατικά, πολλές φορές χρόνια παλιά, με ακρίβεια ανατόμου που παρ’ όλα αυτά κάτι είχε ο ίδιος κάνει, κάποιο καινούργιο στοιχείο είχε υπεισέλθει χωρίς καν να γίνει αντιληπτό, και το νόημά τους διέφευγε αν και φαινόταν εκ πρώτης όψεως απτό. Κάτι εκεί γινότανε διττό. Εκεί λοιπόν ξέσπαγε συζήτηση μεγάλη, υπήρχε διχογνωμία και σε κάθε γνώμη αμφιβολία. Και είχαν μεγαλύτερη σημασία αυτά που δεν είχαν ειπωθεί. Τι κόσμος πολυσήμαντος και κρυπτικός μες τη λακωνικότητά του!
    Ήταν ακόμα και αρχιτεχνίτης της βαρύνουσας σιωπής. Αυτής δηλαδή που έρχεται απρόσμενα και διαρκεί όσο χρειάζεται για να βαθαίνει η αφήγηση. Και τις περισσότερες φορές, (σχεδόν πάντα) την ουσία της ιστορίας δεν τη διαλαλούσε αλλά την έκρυβε επιμελώς, εδώ κι εκεί, δήθεν τυχαία. Ά, ήταν απαράμιλλος στην απόκρυψη εκείνου που έπρεπε να βρεθεί ανασκαλεύοντας. 
    Μάλιστα! Αυτός ήταν ο Σταμάτης! Όρθιος μες το καφενείο σαν φτενή οξεία, γυρισμένα τα 80, μια στάλα άνθρωπος, μόνον το κεφαλάκι του ξεχώριζες πάνω απ’ τις κεφάλες των θαμώνων, έκοβε το άφιλτρο στα δύο, έβαζε το μισό στ’ αυτί, άναβε το άλλο κι έλεγε: Λοιπόν… Και άρχιζε. Κράταγε 15-20 άτομα στα χέρια του, που παρακολουθούσαν μιάν εκφορά λόγου αργή στην αρχή διστακτική, με βαρειές παύσεις, που τάχυνε σε κάθε επόμενη στροφή και γινότανε ακατάσχετη φτάνοντας σε ψηλό κρεσέντο και κει πάνω, στην κρισιμότερη στιγμή, γινόταν ξαφνικά μιά συγκοπ’ή- κι ακολουθούσε το αναπάντεχο, ή το εν πολλοίς αναμενόμενο.
    Τον ακούγανε σαν ναρκωμένοι. Ό,τι ήθελε τους έκανε, μόνο με τις λέξεις. Και τους ξέσερνε απαλά, τους ξυπνούσε μαλακά ή τους ξανάστηνε στα πόδια, βίαια με άλλες. Κι έμενες να θαυμάζεις αυτό που ‘χε συμβεί.
    Μπροστά στον μεγαλύτερο αδελφό του ακόμα κι  ο Μπαρμπα- Δημήτρης τηρούσε σιγήν κι όταν γύριζες και τον κοίταζες, γυρεύοντας μιαν εξήγηση, στα γλαρωμένα μάτια και στο απλανές του βλέμμα διάβαζες μονάχα: Μάλιστα, αυτά είν’ τα μυστήρια!  Χωρίς να ξέρεις αν εννοούσε αυτά που είχαν ειπωθεί ή το αερικό που ‘χε διαβεί.
    Και δεν ήτανε μιά φορά και δυό, στους περιπάτους μας προς τον Να, που συναντούσαμε τον μπαρμπα Δημήτρη να επιστρέφει- προχωρημένο σούρουπο. Ερχόταν απ’ τα κατσίκια του και τα μποστάνια. Φορούσε το φυλάκι, τον Ικαριώτικο σάκκο από τομάρι κατσίκας που είχε το μαλλί προς τα έξω- ανέμιζε γκλίτσα από πουρνάρι. Αυτός λοιπόν που για μας ήτανε ο ταβερνιάρης ήταν από πάντα ένας ξωμάχος. Και πάντα μια καλή συζήτηση βαδίζοντας όσο ερχότανε το βράδυ. Γιατί υπάρχουν συζητήσεις που μπορούν να γίνουν μονάχα όταν βαδίζεις. Συζητήσεις που τελείωναν μόνο όταν φτάναμε στα πρώτα σπίτια του Αρμενιστή και πίσω στους ανθρώπους.
     Έπειτα αργά ένα μεσημέρι του Σεπτέμβρη τον βρήκαμε κουστουμαρισμένο να πίνει τον καφέ του ψημένο από την κόρη του, τη Βάσω. Τότε μας διηγήθηκε πώς ξύπνησε νύχτα για να πάει στο δικαστήριο στη Σάμο. Το αλλοπρόσαλλο, η πλέμπα των δικηγόρων και των κρατικών υπαλλήλων ζωντάνεψε μπροστά μας. Σαν να μίλαγε ένας Μανιτού, σαν να μιλούσε βράχος! Για να μας θυμίσει πως ορισμένα πράγματα αντιμετωπίζονται μόνο με την παρωδία! Κι ήταν σαν να έφερνε νέα από έναν άλλο κόσμο, πέρα από τα σύνορα, ή από κάποιες εξώτερες στοιβάδες ενός πλανήτη απ’ τις οποίες εμείς, αυτόμολοι, συνωθούμασταν προς κάποιο κέντρο και πυρήνα. Αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι νοιώθαμε την απειλή εξ ίσου.
    Κι όταν η Γεωργία η κελαρυστογελούσα τον ερώτησε, πόσους τρελλούς έχει το χωριό- κάτοικοι 21 όλοι κι όλοι τον χειμώνα- την κοίταξε με βλέμμα απλανές σα να κοιτούσε πέρα: Ε... μισοί- μισοί είμαστε! Και δίπλα στον μετρονόμο του χιούμορ που εκπροσωπούσε ο μπαρμπα Δημήτρης, και σιγοντάρανε όλοι γύρω, αναπτύσσαμε και μείς το δικό μας. Έτσι έναν Γερμανό που απέφευγε τους δικούς του και σύχναζε, επιδεικτικά, με τους ψαράδες- έναν «μισητή» της Γερμανίας (πόσο τυπικά γερμανικό!)- τον ανακηρύξαμε ντόπιο και τον αποκαλούσαμε γελώντας έτσι ακριβώς: ο «Ντόπιος»!
    Όμως αυτό το σημείωμα πέρα από ένα αφιέρωμα στην τέχνη της αφήγησης γίνεται μια απόδοση τιμής στην τέχνη του σχολίου. Του διαυγούς σχολίου, της συναναστροφής, του χιούμορ, που ασκείται και τελειούται μες το σχολείο των «ίσων», και πάνω απ’ όλα, στο πνεύμα της κωμωδίας που χορεύει ελεύθερο μπρος στο τραγικό και το παράλογο. Και ήταν όλο αυτό: το παιγνιώδες πνεύμα, το πνεύμα που παίζει.
    Το βλέπαμε να έρχεται απ’ τη μεριά ενός αχανούς Παρελθόντος το οποίο είχαμε αρχίσει να υποψιαζόμαστε ότι υπήρξε πριν από την έλευση του ηλεκτρισμού και του rock nroll. Και βλέπαμε αυτό το παρελθόν να φτάνει σαν φλοίσβος και να εκπνέει μπρος στα έκπληκτα μάτια μας και τα ημιβάρβαρα πόδια μας. Θα αισθανόμαστε πάντα ευγνώμονες που η άγνοιά μας αντιμετωπίστηκε απ’ αυτούς τους Σεμνούς Γεννήτορες με μιά τρυφερότητα σχεδόν πατρική. Αμήν! Ας είναι καλά εκεί που πήγαν!
    Ας είν’ καλά και η Ικαρία η αγαπημένη… αυτή είναι η Ελλάδα που αγαπήσαμε!
    Χρειάστηκε όμως κόπος για να γίνει αυτό. Και χρόνια. Αλλά στο μακρύ φθινόπωρο του ’80, εμείς που ήμασταν ορφανοί από πατέρες ή μάλλον κάποιοι πατροκτόνοι, περισσότερο γόνοι της εποχής μας, σκέτοι – που ήταν όμως εποχή ταραχών και φόνων - νοιώσαμε ότι γινόμασταν ξανά, παιδιά μιάς ευγένειας και μιας μακράς παράδοσης από κάποιους που μάλλον έμοιαζαν μακρινοί παππούδες και απώτεροι προγόνοι.
    Ο Γιάννης, ο Πέτρος, ο Νίκος, ο Νίκος, η Utte, η Γιούτα, η  Rutte, η Γεωργία, η Γιάννα, η Πόπη, η Γκαμπριήλε και η λεπτή Blaudine!- Γιάννης, Πέτρος, Νίκος, Νίκος, Χρηστάκης, Γιάννα, Βασίλης, Γεωργία!- Rudi, Reiner, Γιώργος, Ισμήνη, Μπάμπης, Εύρης, Ρενάτε και Judite! Και οι έκπτωτοι άγγελοι της Δυτικής Αθήνας… Αν κάποιοι μπορούσαν να εμποδίσουν τις συναντήσεις θα σταματούσαν και τον Άνθρωπο!
    Έκτοτε τι απέγινε η Ικαρία… δεν γνωρίζω πια. Την έχω δει κάποιες φορές απ’ το αεροπλάνο. Ο βράχος της, απ’ το ακρωτήριο Πάππας ως το Δράκανο , ξεπροβάλλει απ’ τα κύματα σα ράχη φάλαινας. Δεν ξέρω γιατί ποτέ δεν φαίνεται καθαρά. Κι αν κάποτε κάποιοι στασιαστές βρήκαν τη νήσο Πίτκαιρν, σημειωμένη 300 μίλια λάθος στους ναυτικούς χάρτες, και κατέφυγαν εκεί, εμείς επιστρέφαμε για μια ολόκληρη εποχή στην Ικαρία επειδή δεν αναφερόταν σε κανένα χάρτη του καιρού μας.  


                                                                                                             Β.Η

4 σχόλια:

  1. Βασίλη
    σ' ευχαριστώ θερμά που μας χάρισες αυτό το ΠΟΙΗΜΑ προσώπων, τόπων και ψυχών!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μπιλυ μαγευτηκα! απ το πρωι ξαναζησα τα προσωπα ενα-ενα, τις συναναστροφες, τις διαδρομες, τη θαλασσα, τον ηλιο την αμμο, τ'αστερια: Ικαρια φορ εβερ! -- νασαι καλα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ευχαριστώ παιδιά. Σαν να 'ρχεται η εποχή που κάπως πρέπει ν' αρχίσουμε να ξεπληρώνουμε τα χρέη μας...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή