Πρόσφατα σχόλια

http://your-blog-name.blogspot.com

Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017

…ξημερώνοντας 25η Μαρτίου.




     Η Αθήνα καταστράφηκε συστηματικά απ’ αυτούς που ήρθαν 
να την κατοικήσουν δίχως να την αγαπούν.
     
Στην Μύκονο, και σε κάθε Μύκονο που την ακολούθησε, διέλυσαν τις ξερολιθιές, παντελώς ανυποψίαστοι γι αυτό που κατέστρεφαν. Η κάθε ξερολιθιά, κάθε μια μόνη κι όλες μαζί, όπως χώριζαν το τοπίο μέσα στον ήλιο του μεσημεριού, ήταν ένα σπάνιο μάθημα πάνω στο έργο που επιτελεί το φως και η σκιά. Πρέπει να υπήρξαν δάσκαλοι που λυπήθηκαν για τη χαμένη ευκαιρία, να δείξουν το έργο του φωτός μέσα σε τέτοιο περιβάλλον. Να δείξουν δηλαδή πώς η σκιά δίνει μορφή στο φως αποτελώντας το όριό του. Και να δείξουν ότι το φως χωρίς το αντίθετό του, τη σκιά, είναι βία χωρίς ανάπαυση, σκληρότητα δίχως εξιλέωση. Και να σημειώσουν ότι κάθε ξερολιθιά είναι μια αξεπέραστη «διπλωματική» πάνω σ’ ένα συνδυασμό τεχνών, του μυστηρίου της ζωής συμπεριλαμβανομένου.
Σ ’όλο το Αιγαίο ο νεοπλουτισμός επιτέθηκε στη νεολιθική απλότητα. Σ’ ολόκληρη την Ελλάδα διεξήχθη ένας παλλαϊκός πόλεμος ενάντια στη μνήμη και το χώμα.
      Ακόμα και το βλέμμα έγινε σπάνιο. Μέχρι πρόσφατα μπορούσες να συναντήσεις βλέμματα όπου μέσα τους έβλεπες ένα τοπίο, όπου μέσα τους υπήρχε η Ιστορία. Τώρα τέτοια μάτια χάνονται… Έπρεπε όμως πρώτα να χαθεί η διαύγεια. Δηλαδή οι άνθρωποι που γνώριζαν τη θέση τους στον κόσμο και το έργο που είχαν κληθεί να επιτελέσουν. Οι άνθρωποι που ήταν συνδεδεμένοι με τις βαθύτερες πηγές της ύπαρξης. Το χώμα, τους καιρούς, τη λάσπη. Που στα κατώγια τους τα χαράματα μουγκάνιζαν τα ζώα. Που διωγμένοι κουβάλησαν αντί άλλης περιουσίας τυλιγμένα κόκκαλα. Που πήγαν στις ξένες φάμπρικες ντυμμένοι με μια φωνή που τραγούδαγε την ξενητειά. Χάθηκαν αυτοί που γνώριζαν τον πόνο. Ο πόνος λεπταίνει τον άνθρωπο. Χάθηκαν τέλος αυτοί που είχαν την τύχη να τον μοιράζονται με τους ομοίους τους .
Δεν είχε έρθει ακόμα η εποχή των πραγματικά ξερριζωμένων, αυτών που είναι τουρίστες του χρόνου που τους δόθηκε σε τούτη τη ζωή και αμήχανοι επιβάτες της Ιστορίας. Δεν είχε έρθει ακόμα η εποχή του φευγαλέου βλέμματος που κάνει ένα γρήγορο:  σάρωμα – επιλογή - απόσβεση.
Παρ ΄όλα αυτά – και μέσα σ΄ αυτές τις τρεις λέξεις κρύβεται και ενεδρεύει η Ιστορία, μιας και αυτές οι τρεις λέξεις είναι ακριβώς ο άνθρωπος, γιατί ο άνθρωπος είναι το ον που κάποια στιγμή κάνει αυτό που δεν μπορούσε κανείς να φανταστεί - Παρ’ όλα αυτά, λέω, δε χαθήκαν όλα.
Η ελληνική γλώσσα, αυτό το επικίνδυνο και μολυσματικό όργανο, παραμένει ζωντανή. Η Λαϊκή μουσική, η Δημοτική μουσική, η Ποίηση, η λαϊκή μαγειρική- των φτωχών φαΐ - λάδι, άρτος και κρασί, η αίσθηση της Ιστορίας, η ανάγκη για την Πόλη και την Αγορά, όλος ο Εθνικός Πλούτος, έστω και αποδυναμωμένος, παραμένει ενεργός σε βαθμό που δεν μπορεί να διανοηθεί κανένα απ’ τα Δυτικά Έθνη.
Η αλλοτρίωση εδώ, προχώρησε λιγότερο από αλλού όπου μερικές φορές η κατάσταση είναι αποκαρδιωτική. Η Ελλάδα είναι πολιτιστική υπερδύναμη.
Στις δύσκολες εποχές που ήλθαν έχει χώρο να υποχωρήσει και να κρατηθεί. Έχει και την«παράδοξη» δυνατότητα να παίξει σημαντικό ρόλο.
Γι’ αυτό ελπίζω η κρίση να προλάβει να περισώσει ό,τι τόσα χρόνια ροκανίζει η ανάπτυξη. Και εύχομαι, ζυγίζοντας τις λέξεις, την καταρράκωση των ελπίδων. Εύχομαι να χαθούν τα ασημένια ρούχα, να καταπέσουν τα φτιασίδια, ν΄ απομείνει αυτός ο λαός γυμνός. Γιατί τριάντα χρόνια τώρα, είδα μπουκιά-μπουκιά το φαΐ που έτρωγε και ρούχο-ρούχο τη φορεσιά που τον έπνιξε.
Έρχεται η σκοτεινή γενιά που μιά στιγμή θα αστράψει. Αυτοί θα είναι οι τιμωροί. Υπάρχουν επίσης άνθρωποι που ακόμα τους ακολουθεί ο ίσκιος τους και κρυφά και χαμηλόφωνα συνομιλούν μαζί του. Υπάρχει κι ένα τοπίο που στέκει αμίλητο.
Μέσα σε μαγεμένο τόπο ορκίζομαι στη συνάντηση των δύο.
                                        
                                                                                                              Β.Η
           από τον "Πύραυλο των Υπογείων"
                      24 Μαρτίου 2011 

Πέμπτη, 16 Μαρτίου 2017

Απώλεια αγαθού - Εύρεση εαυτού



    Κατεβαίνω την Ιπποκράτους με το λεωφορείο Νο 21. Είναι μεσημεράκι, βιαστικός πάω για δουλειές. Το λεωφορείο κάνει στάση στην Καλλιδρομίου. Οι πόρτες ανοίγουν, άνθρωποι κατεβαίνουν - άνθρωποι ανεβαίνουν. Στα λίγα δευτερόλεπτα που οι πόρτες μένουν ακόμα ανοιχτές κι ελεύθερες από κόσμο, βλέπω την εξής σκηνή: Δυό ηλικιωμένοι άντρες όρθιοι στη στάση κουβεντιάζουν. Πίσω τους μιά γυναίκα κάθεται στον πάγκο. Ακούω τον έναν απ’ αυτούς, έναν τετράγωνο κι ευρύστερνο, γεροδεμένο γκριζομάλλη, με δυνατή φωνή, χειρονομώντας πλατιά, να λέει στεντόρεια: «Ήταν φιλάσθενος και δεν ήθελε να πάει και τους λέει: ελάτε να καταμετρήσουμε το πολεμικό υλικό…» Είναι σαν να βρίσκομαι σε θεατρικό εξώστη και να βλέπω κάτω στη σκηνή. Μετράω το ενδεχόμενο να κατέβω για να παρακολουθήσω τη συζήτησή τους. Η ένταση ανεβαίνει κατακόρυφα. ΄Κεινες τις στιγμές που οι πόρτες είναι ακόμα ανοιχτές, σα να μου φωνάζανε, σα να περιμένανε εμένα, διστάζω. Σκέφτομαι ποιες απ΄ τις δουλειές μου παίρνουνε αναβολή, πώς θα αλλάξω τα σχέδιά μου. Οι πόρτες κλείνουνε με πάταγο. Το λεωφορείο ξεκινά κι εγώ γίνομαι ξαφνικά φυλακισμένος. Νοιώθω την περιέργειά μου να φουντώνει και να χύνεται στις φλέβες μου σα θυμωμένη διαδήλωση. Εγκλωβισμός! Τα βάζω με τον εαυτό μου: Πώς την έπαθα έτσι σήμερα! Εμένα δεν μου ξεφεύγουν ποτέ τέτοιες ευκαιρίες! Εν τω μεταξύ η φαντασία μου καλπάζει.
    Στην επόμενη στάση- Διδότου- κατεβαίνω σαν αυτόματο και το «κόβω» πίσω με τα πόδια. Σκέφτομαι τον χρόνο που περνάει και την ιστορία που χάνεται. Στο μέσον της απόστασης βλέπω το 025, που πάει Βοτανικό, να κόβει «μέσα» και να «πιάνει» στην πάνω στάση σαν φέρρυ μπόουτ που πιάνει σε νησί. Α, δεν πάμε καλά! Καθόλου καλά! Ταχύνω κι άλλο το βήμα, ανοίγω και άλλο τον βηματισμό, ενώ το λεωφορείο περνάει βουίζοντας πλάι μου.
    Μου φάνηκε πως τους είδα μέσα. Και τον γκριζομάλλη στριμωγμένο μες το  σκοτεινό πλήθος των επιβατών να σηκώνει το χέρι προς χειρολαβή. Ανοίχτηκα στη μέση της Ιπποκράτους για να ιδώ καλύτερα τη στάση. Με την ψυχή στο στόμα! Ο πλοίαρχος Σκοτ δεν πρέπει να  ένοιωσε μεγαλύτερη ματαιότητα λίγες εκατοντάδες μέτρα από τον Νότιο Πόλο βλέποντας  μια κόκκινη κουκκίδα (η Νορβηγέζικη σημαία?) μες τη χιονισμένη απεραντοσύνη- σημάδι ότι ο ανταγωνιστής του, ο Roald Amundsen, τον είχε προλάβει. Φτάνω στη στάση και την βρίσκω άδεια.
    Κανείς! Βηματίζω πάνω-κάτω στο έρημο πεζοδρόμιο εν πλήρει απωλεία. Στήνω αυτί προσπαθώντας να ακούσω τον αντίλαλο από τα λόγια που ειπώθηκαν εκεί πριν από 5 λεπτά. Τα κρύα μέταλλα της στάσης παραμένουνε βουβά, οι πλάκες του πεζοδρομίου αδιάφορες. Δεν μπορεί, κάπου πρέπει να αιωρούνται τα λόγια, έστω και για λίγο, πριν αρχίσουν το ατελείωτο ταξίδι τους για το άπειρο. Τίποτα! Και οι άνθρωποι που μοιράστηκαν την ιστορία για πάντα χαμένοι μέσα στην τεράστια πόλη. Σκύβω το κεφάλι και νοιώθω να μαζεύω…
    Παίρνω το επόμενο 025 που έρχεται σε λίγο να με περιμαζέψει. Όρθιος μες το λεωφορείο αρχίζω σιγά-σιγά να συνέρχομαι… για μιά ακόμα φορά καταλαβαίνω: το να χάσω το τηλέφωνό μου, την ταυτότητά μου ή μερικά λεφτά δεν θα μου είχε προκαλέσει περισσότερη συντριβή. Είμαι ένας άνθρωπός των ιστοριών. Και οι ιστορίες είναι η πραγματική δουλειά μου. Αναπνέω μέσα απ’ αυτές και πάνω σ’ αυτές πνέω.
    Είναι κι αυτό μια παρηγοριά, μέσα στην απώλεια να σού δίνεται η ευκαιρία να ψηλαφίσεις το αληθινό σου πρόσωπο.
                                                                                                                        Β.Η


Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017

Της Αποπλάνησης




Μην ακούτε τους ποιητές
που είναι υπερασπιστές ανυπόστατων πραγμάτων:
Κήρυξα πόλεμο στην ανθρωπότητα
ορκίστηκα αιώνια έχθρα
λέει ο Λασενέρ ο λόγιος ληστής.
Δεν θα χύσω ούτε μιά στάλα αίμα μόνο μελάνι.

Κι ο άλλος λέει: Θα φτιάξουμε εδώ ένα Στρατό
γιατί θα χύσουμε αίμα.
Πρώτα – πρώτα το δικό μας
Το αίμα νικάει το σπαθί.
Χα, χα! Αίμα, Σπαθί, Θεός, Χοάνη!
Θα ματώσουμε γερά!
Εννοεί σα τον Λασενέρ: εσείς αίμα, εγώ μόνο μελάνι!

Στέκει ο άλλος, ο παράλλος, μπροστά σε μιά κοπέλα στο μετρό
μιά λεπτήν κοπέλα, χωρίς να το ξέρει αυτή, απόψε
θα διαβεί το μαύρο κατάμαυρο ποτάμι
ούτε τα φωτισμένα βαγόνια θα βοηθήσουν
ούτε το των συνανθρώπων πλήθος
όρθια στέκει και σφίγγει στο στήθος
της την τσάντα με χέρια σταυρωμένα
γυμνός ξεπροβάλλει ο ψηλός λευκός λαιμός
στηρίζει δυό μάτια αέρινα
σα λουλουδιού στημόνι
και κοιτάει τούτο το λαιμό
όπως λιοντάρι το ελάφι στη σαβάννα
κι είναι πράγματι λαφίνα.

Στρέφει το κεφάλι αλλού 
ν’ αποφύγει το στυλωμένο βλέμμα
αλλά μάταια, είναι σα να του δίνει
τον τρυφερό λαιμό, υψώνει προς τα πίσω το μουσούδι
σα λάφι που οσμίζεται κίνδυνο και κοιτάει πέρα
ίσως είναι μόνο ο πρώτος αέρας της άνοιξης
που φτάνει σε τρεμάμενα ρουθούνια.
Κι αρχίζει η φωνή ν’ ανεβοκατεβαίνει ρυθμικά,
τόσο όσο χρειάζεται για ν’ ακούγεται μόνο απ’ αυτήν
πάνω απ’ τον θόρυβο που κάνουνε οι ρόδες
πάνω στις σιδερένιες βέργες-ράγες και
οι πόρτες που ανοιγοκλείνουν
και το πλήθος που μπαινοβγαίνει
και μετράει η φωνή,
πόσα φιλιά χωρούν στο μακρύ λαιμό της
από την κλείδα, λοξά, απάνω, ως τ’ αυτί
ένα, δύο, τρία,
εφτά μετράει η φωνή

κοιτάει αυτός έξω, τις σκοτεινές γαλαρίες
αλλά η φωνή δεν παύει
μιλάει για το πάνω χείλος της
που κυρτώνει προς τα κάτω, σα σαμπρέλα φουσκωτό
όλο κρυφήν αναίδεια, τού αξίζει να τιμωρηθεί
ίσως με απανωτές δαγκωματιές, ίσως με κάτι άλλο
πρέπει επειγόντως, τέτοιο καμπύλο σκάνδαλο
να γυρέψει εξιλέωση, να εκλιπαρήσει έλεος.
Κι αυτή, θεόβουλη, της είναι απίστευτο,
πού βρέθηκε αναπάντεχα τέτοια αδυναμία?

Τής περιγράφει τον εαυτό της, τής ξανασχεδιάζει το πρόσωπό της
ξαναγράφει το κορμί της ίσαμε κάτω τ’ ακροδάχτυλα
τα πόδια της γυμνά, ξεκάλτσωτα μέσα στις γόβες
-χειμώνα καιρό- τα ονομάζει φυλακισμένα καλοκαίρια
Τής βγάζει με τα λόγια το γοβάκι
παίρνει στα χέρια του το πέλμα
αυτή πνιχτά φωνάζει, μη
αλλά δεν τραβά το πόδι.
Και της φιλεί γονατιστός τα δάχτυλα
αυτή κοιτά με δέος
διότι ξέρει πως κρυφά μέσα της
  ήδη
λογαριάζει να του παραδοθεί
σε τούτον δω τον ασουλούπωτο, τούτον δω τον αγριεμένο γύφτο.

Κάνει ξανά το τραίνο στάση, με πάταγο ανοίγουνε οι πόρτες
κόσμος βγαίνει-κόσμος μπαίνει
και προτού κλείσουνε ξανά, ορμάει αυτή όξω
μες το απρόσωπο το πλήθος.
Αλλά το νοιώθει, δεν είναι μόνη, ακολουθιέται.
Από τη στιγμή που βγήκε η φωνή
ξοπίσω της-
δεν τη γλυτώσανε οι πόρτες-
το ξέρει: είναι χαμένη η φτωχή κοπέλα.

Γι αυτό σας λέω: μην ακούτε τους ποιητές
Μην ακούτε αυτή την φάρα!
Καλύτερα οι αριθμοί, καλύτερα η λογική
μόνο η Στέρεη Σκέψη σώζει.
Σταθείτε ως την ύστατη στιγμή στους κινδύνους!
Είναι επικίνδυνη η καρδιά σας λέω.
Μην ακούτε κανένα, γέμισε ο τόπος σκοτεινούς εκμαυλιστές!

Ή τουλάχιστον ακούστε μόνο εμένα.
Έζησα για την ποίηση και έζησα μ’ αυτήν.
Χωρίσαμε σαν φάνηκε ο ατμώδης θόλος
σα στέμμα πάνω απ’ το ποτάμι.
Τις όχθες του και τους βαρκάρηδες
δεν αντίκρισα ποτές, έστρεψα τη ράχη
στους ψίθυρους και τους προφητικούς βατράχους
έχασα τους καλαμώνες και τους παιδικούς φόβους.
Τράπηκα στου κάμπου τη σιωπή.

Δεν έχουμε ψωμί, είπατε, μόνο λίγο κρασί
και μερικές γλυκοπατάτες
και τρέμει η καρδιά μας
ούτε ξέρουμε, θα γυρίσουμε στα σπίτια μας
και τούτο το χειμώνα?

Ήτανε βαριόμοιρο το καλοκαίρι
χάσαμε πολλούς ανθρώπους
έπηξε ο λαιμός μας σκόνη.

Γι αυτό σας λέω: ακούστε μόνο εμένα
είμαι ο γιος σας της χαράς
είναι η ζωή μου γάμος.
Δεν ανήκω εγώ μάτια μου στους ποιητές
αλλά στην αλητεία, που τίποτα σ’ αυτή τη γη δεν εξιλεώνει.

Γι αυτό, φέρτε τις κούπες για κρασί
ανοίξτε τις πόρτες να μπουν οι μουσικοί
για λίγο είμαστε εδώ
κι απέ, στους πέντε ανέμους για πάντοτε χαμένοι.


                                                                       Β.Η

Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2017

Η Θανάσιμη Μοναξιά των Πυρήνων. Και η Επιστροφή του Νοήματος




   Υπάρχει μια γραμμή, όριο της επίσημης κοινωνίας προς τον υπόκοσμο και το έγκλημα, την οποίαν έτσι και διασχίσεις είσαι χαμένος. Εάν, εκ των πραγμάτων, βρίσκεσαι πέρα απ’ αυτήν, όπως οι χιλιάδες παράνομοι μετανάστες -  που βέβαια την διέσχισαν διαβαίνοντας τα χερσαία ή θαλάσσια σύνορα της χώρας -  είσαι επίσης χαμένος. Η υπόλοιπη κοινωνία σε εγκαταλείπει αφήνοντάς σε να γλιστρήσεις από την έρημο της περιπλάνησης στην άβυσσο του εγκλεισμού. Είσαι μόνος πια, πέρα εκεί, με ελάχιστους. Τους γονείς σου, ίσως ένα-δύο δικούς σου ανθρώπους και τους δικηγόρους σου.
    Όμως η δίκη των Πυρήνων στον Κορυδαλλό που διεξάγεται μες την σιωπή είναι πολιτική δίκη και σαν τέτοια είναι δίκη πολιτικού φρονηματισμού. Ο όρος τρομοκρατία είναι ένα σύγχρονο ταμπού. Μόλις η λέξη ειπωθεί απλώνεται ένα κενό γύρω από τον εμπλεκόμενο. Ακόμα και στο στάδιο της διατύπωσης υποψιών, όλοι «τα μαζεύουν και αλλάζουν θέση». Οι δημοσιογράφοι, οι διανοούμενοι και οι πολιτικοί της αντιπολίτευσης ευπρεπίζουν και νοικοκυρεύουν τον λόγο τους.
     Ένας «απλός πολίτης», δηλαδή ένας άνθρωπος που δεν πάει γυρεύοντας για μπελάδες, δεν μπορεί να πάρει ανώνυμα την θέση του μες το ακροατήριο για να την παρακολουθήσει. Η δίκη είναι πρακτικά «κλειστή».
     Δεν είναι όλα αυτά στραγγαλισμός της ελευθερίας? Δεν είναι αποπομπή και κοινωνικός αταβισμός? Μακριά λοιπόν σ’ έναν άλλον κόσμο γίνεται η δίκη αυτή!

    Οι ελάχιστες πληροφορίες που διαρρέουν στον Τύπο - αυτές δηλαδή που φτάνουν ως εμάς από «μέσα»- λένε ότι οι κατηγορούμενοι δεν αναγνωρίζουν καμιά αρμοδιότητα στο δικαστήριο να τους κρίνει, ούτε αναγνωρίζουν την κοινωνία που αυτό εκπροσωπεί. Εμμένουν δε σε μια προσωπική αξιοπρέπεια και μεταξύ τους τηρούν αλληλεγγύη. Ό,τι χειρότερο!
  
 Κάποιες ακόμα – από στόμα σε στόμα αυτές – λένε για κάποιους δικάζοντες που έχουν καμφθεί ηθικά από το ποιόν της δίκης και την στάση των κατηγορουμένων και συνεχίζουν έχοντας χάσει τον ύπνο τους.
    Σε μια παλιότερη συνέντευξη Τύπου η Γιάννα Κούρτοβικ, ο Γιάννης Ραχιώτης, η Άννυ Παπαρούσου και οι υπόλοιποι δικηγόροι τους, σε κάτι που έμοιαζε με ιερουργία προσπαθούσαν να κρατήσουν ανοιχτό έναν δίαυλο επικοινωνίας ανάμεσα στους έγκλειστους και τον κόσμο. Αλλά ήταν φανερό: οι κατηγορούμενοι ήταν πέραν του Τάφου. Από κείνο το Υπερβατικό σημείο παρέδιδαν μαθήματα ήθους με τίμημα ολόκληρη την ζωή τους – μείγμα απείρως εκρηκτικότερο από οτιδήποτε μπορεί να παρασκευαστεί μέσα σε μια κατσαρόλα. Βέβαια ένας από τους δικηγόρους σημείωσε ότι είναι πολύ νέοι για να συμβιβαστούν – πράγμα που ίσως σημαίνει ότι κάτι αλλάζει σε μια κοινωνία που γερνάει ανεξαρτήτως ηλικίας.

    Και ξαφνικά τέσσερις αντάρτες συλλαμβάνονται, χτυπιούνται με μνησίκακη μανία και περιφέρονται μπρος στις κάμερες. Το σοκ είναι δυνατότερο απ’ όσο μπορεί να απορροφηθεί (προς το παρόν) από μια κοινωνία που ανέχεται να την αποκαλούν «κοινή γνώμη». Υποβιβασμένη σε «πληθυσμό» πτοημένη από την τρέλλα των ημερών – δηλαδή την φτώχεια που έχει χαρακτηριστικά εμπαιγμού και ταπείνωσης – βλέπει και ακούει για πρώτη φορά αυτούς που της προσφέρθηκαν από τηλεοράσεως ως σφάγια.
    Ο Νίκος Ρωμανός ακούγεται να φωνάζει, «Ζήτω η Αναρχία ρε κουφάλες» ενώ μεταφέρεται χτυπημένος και δέσμιος εν μέσω των ανθρωποφυλάκων, οι υπόλοιποι φτύνουν τις τηλεοπτικές  κάμερες, το φετίχ του κόσμου μας. Οι μάνες τους, όπως μόνο μάνες ξέρουν να κάνουν, δηλώνουν θαρραλέα ότι δεν εγκαταλείπουν τα παιδιά τους και ο πατέρας ενός από αυτούς απειλεί με εκδίκηση αν πάθει κάτι ο γιος του. Με αυτόν τον αρχέγονο τρόπο επιστρέφει το Νόημα σε μια κοινωνία διαλυμένη ακριβώς από την έλλειψη του. (Μπορεί να έρχεται θολό με μπόλικη απόγνωση, σχεδόν μανία, αλλά είναι μιά επιστροφή.)  Η επιστροφή κάτι ξεχασμένου, από τα άκρα προς το κέντρο. Και μάλιστα με τρόπο βίαιο κι ωμό, άρα απ’ όλους κατανοητό.
    Κι  αφού ο ένας από τους αντάρτες ήταν φίλος του Γρηγορόπουλου, η κοινωνία καλείται να σκεφτεί ότι μια μερίδα της νεολαίας και σκοτώνεται και δέρνεται.
    Επίσης ότι ξαναεμφανίστηκαν κάποιοι που μένουν πιστοί στους φίλους τους και είναι έτοιμοι να θυσιαστούν για τις ιδέες τους.
    Ατυχώς για την εξουσία οι δεσμώτες δεν είναι υπόκοσμος. Έχουν ένα δικό τους κόσμο να υπερασπιστούν και είναι ξένοι προς κάθε σύγχρονη ιδέα περί ευτυχίας

    Αυτό το γεγονός όπως και το άλλο: ο φόνος του Σαχτζάτ Λουκμάν και η δημόσια εκφορά του στην πλατεία Κοτζιά, που για πρώτη φορά αποτόλμησαν οι κοινότητες των μεταναστών, αποχαιρετώντας τον μπρος στο άσπρο φέρετρο, είναι σημαντικά.
     Κάποιοι έπρεπε να θυσιαστούν για να ξεχειλίσει η ντροπή και να σπάσει η δειλία. Όπως γίνεται από πάντα!
     Οι ατέρμονες συζητήσεις περί λίστας Λαγκάρντ, Δ.Ν.Τ και οικονομικής ανάκαμψης μοιάζουν τώρα πιο πολύ σαν αυτό που πραγματικά είναιτο φάλτσο νανούρισμα μιας κοινωνίας που μάταια προσπαθεί να κοιμηθεί.


                                                                                Β.Η                                                                             
                                                                                   

Υ.Γ. Το παρόν κείμενο γράφτηκε την εποχή της ληστείας του Βελβενδού αλλά παρέμεινε αδημοσίευτο. Έκτοτε η μισαλλόδοξη στάση του κράτους προς τους εχθρούς του δεν άλλαξε και η ατιμία δεν έπαψε, όπως έδειξε η υπόθεση Σακκά- Σεϊσίδη. Λέγεται, πικρά, πως το κράτος έχει συνέχεια, αλλά ταυτόχρονα και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν ηττάται. Βέβαια μια κοινωνία ηττάται και μπορεί να παραμένει για χρόνια και χρόνια ηττημένη όσο ανέχεται να παραμένουν κάποιοι «εχθροί» της θαμμένοι ζωντανοί ενώ λογής-λογής κλόουν τής βγάζουν τη γλώσσα. 

Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

Διασώστες

Η Δάφνη Ματζιαράκη, Ελληνίδα φοιτήτρια δημοσιογραφίας στο Πανεπιστήμιο Μπέρκλεϋ της Καλιφόρνιας, είναι η δημιουργός του ντοκιμαντέρ «4.1 Miles», ενός φιλμ που παρουσιάζει τη ζωή των στελεχών του Λιμενικού Σώματος που βρέθηκαν στη μέση της μεγαλύτερης ανθρωπιστικής κρίσης μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το ντοκιμαντέρ γυρίσθηκε εξ ολοκλήρου στη Λέσβο και συγκεκριμένα πάνω στο σκάφος με κυβερνήτη τον Κυριάκο Παπαδόπουλο και το πλήρωμά του. «Πέρασα τρεις εβδομάδες πάνω στο σκάφος του Λιμενικού στη Λέσβο με καπετάνιο τον Κυριάκο Παπαδόπουλο. Έναν άνθρωπο που με έκανε να δω τη ζωή αλλιώς λόγω του κουράγιου, της δύναμης, του ήθους, της αφοσίωσης και της καλοσύνης του. Το αποτέλεσμα είναι το ντοκιμαντέρ μου “4.1 Miles”, στο οποίο ο Κυριάκος είναι ο κεντρικός ήρωας

Το «4.1 Miles» είναι η απόσταση που χωρίζει τις ακτές της Λέσβου από τα Μικρασιατικά παράλια. Το σκάφος ΠΛΣ 602 όλο αυτό το διάστημα βρισκόταν παντού και έσωσε εκατοντάδες ανθρώπους, ανέσυρε όμως και αρκετούς νεκρούς μεταξύ των οποίων μικρά παιδιά. 




"Άσε την κάμερα! Πάρε το παιδί!"- "Όλο το χωριό έχει κατέβει για να δει!"  Όλο το χωριό στην προβλήτα, αρχαίος Χορός.


                                                                             για την επιλογή
                                                                                       Β.Η 

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

Allen Ginsberg



                                                                           (για τις ακαδημίες)

«Η ποίηση έχει υποστεί επίθεση από μιά άσχετη και τρομαγμένη ομάδα κρυόπλαστων που δεν αντιλαμβάνονται τον τρόπο δημιουργίας της και το κακό με δαύτους είναι πως δεν θα την αναγνώριζαν ακόμα κι αν η ίδια έβγαινε έξω στο δρόμο και τους πηδούσε στο φως της ημέρας.»

                                                                           για την επιλογή 

                                                                                    Β.Η

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

Τόπος των αβάφτιστων Ψυχών




Το στρατόπεδο προσφύγων στη Μόρια είναι ένα επίτευγμα. Ψηλές μεταλλικές περιφράξεις με ρολά απαστράπτοντος αγκαθωτού σύρματος στην κορυφή. Προβολείς, κάμερες ασφαλείας, λυόμενα, σκηνές, κοντέινερ, ιατρεία, γραφεία. Χωρισμένο σε τομείς και υπηρεσίες, ο κάθε τομέας μονώνεται με κλειστές πόρτες και τρόπο που θυμίζει στεγανά πλοίου. Σε κάποιες πόρτες, λουκέτα διασφαλίζουν την ερμητικότητα. Στις υπόλοιπες στέκονται φύλακες για να ανοιγοκλείνουν στους εργαζόμενους. Η αστυνομία ελέγχει την πύλη του στρατοπέδου και οι ειδικές δυνάμεις της πηγαινοέρχονται με πλήρη εξάρτηση στο εσωτερικό του σέρνοντας όλα τα συμπράγκαλα της βίας - κλόμπ, ασπίδες, κράνη- τα συμπράγκαλα της Δημοκρατίας μας- ενώ βουβά βλέμματα τους ακολουθούν.
     Οι περίφημες «προσφυγικές ροές» είναι ανθρώπινες μάζες που φεύγουν από μια αναρχούμενη περιφέρεια που βυθίζεται αργά στο χάος και συγκλίνουν προς το κέντρο όπου επικρατεί ακόμα τάξη, ασφάλεια, σχετική ευμάρεια και ορθολογισμός. Φεύγουν από τον πόλεμο και τις συνέπειες της αποικιοκρατίας - παλιάς και νέας - ελπίζοντας να ανταλλάξουν την κακιά τους μοίρα με μια καλύτερη, το πρόσωπό τους με ένα άλλο και να διορθώσουν το κακό τους τ’ όνομα. Φεύγουν από την Ιστορία, λες και θα μπορούσε κανείς να γλυτώσει απ’ αυτήν. Λες και θα μπορούσαμε να γλυτώσουμε από το οτιδήποτε!
     Τέλος, κάποιοι διαπνέονται από το ένστικτο της περιπέτειας και τη δίψα να γνωρίσουν αυτό το αυτάρεσκο κέντρο, το υποτιθέμενο κέντρο του κόσμου, αφού αυτό είναι ο κεντρικός πομπός ενός θεάματος που ο παλμός του φτάνει παντού. Για να το πούμε όμως όπως έχει: οι πάντες (λίγο- πολύ) έλκονται από το… Χόλυγουντ. Και βιάζονται να μοιραστούν τις ψευδαισθήσεις του. Λογιών-λογιών διψασμένοι και πεινώντες! Λογιών-λογιών επίφοβοι άνθρωποι!
    Έτσι οι φεύγοντες ξανασυναντούν αυτό που θέλησαν να αποφύγουν. Όσο κι αν το απεύχονταν, γράφουν τώρα οι ίδιοι Ιστορία.

    Τους σταμάτησαν σε μια εξώτερη στοιβάδα και τους στοίβαξαν οπότε η ροή μεταβλήθηκε σε λίμνασμα. Τέτοια καθήλωση όμως απαιτεί μια βία κατακόρυφη που ασκείται δηλαδή από πάνω προς τα κάτω και, κάποιες φορές, αναπότρεπτα, γεννά μια άλλη, οριζόντια, που ασκείται προς τους ομοιοπαθείς που γίνονται ανταγωνιστές. Το στρατόπεδο είναι δημιούργημα ενός διαταραγμένου μυαλού που σκέπτεται με σκοπό τον έλεγχο, την επιτήρηση, την καταγραφή, την ταξινόμηση, την έγκριση, την επιλογή, την Τάξη και πάνω απ’ όλα την Αποτροπή. Είναι επίσης δημιούργημα μιας διάνοιας η οποία είναι διεστραμμένη διότι κρύβει επιμελώς τις προθέσεις της πίσω από την καθαριότητα, τη βιομηχανική τελειότητα των κατασκευών, τη συστηματικότητα, τη φροντίδα και τον ανθρωπισμό. Ένα «τεχνοσυστημικό» γάντι κρύβει την πυγμή.

    Οι Μη Τόποι είναι τόποι στοιχειωμένοι. Μόνο και μόνο η  Ύβρις της σύλληψης και κατασκευής τους γνέφει προς την καταστροφή να πλησιάσει. Η Μόρια κατά μίαν έννοια είναι Μη Τόπος.

    Το στρατόπεδο σχεδιάστηκε για 2500 ανθρώπους και αυτή τη στιγμή πλησιάζει τους 6000 και τη στιγμή του εμφράγματος. Υπάρχουν άνθρωποι που βρίσκονται εκεί για 9 μήνες χωρίς να έχουν τίποτα άλλο να κάνουν παρά να περιμένουν. Το σκούπισμα και την καθαριότητα τα έχουν αναλάβει συμβασιούχοι, το μαγείρεμα ο στρατός, επομένως ο πληθυσμός του παραμένει ολοκληρωτικά άπραγος απολαμβάνοντας μια πραγματική αν και αναγκαστική «φιλοξενία» δίχως καμία προοπτική. Πρόκειται για ανθρώπους μεταξύ κάποιας ζωής και κάποιου θανάτου που παραμένουν σε ένα μακρόσυρτο επαναλαμβανόμενο limbo. Το να καίγεται λοιπόν από καιρού εις καιρόν κάποιο στρατόπεδο - όπως οι απανταχού φυλακές - δεν θα έπρεπε να σοκάρει κανέναν που δεν είναι δημοσιογράφος, επαγγελματίας σχολιαστής, πολιτικό κοράκι ή τηλεθεατής.








                                        …………………………………………

    Πρώτα η καταγραφή, έπειτα το άσυλο ή η «επαναπροώθηση», ωμά: απέλαση. Το κριτήριο είναι η «ευαλωτότητα»: Τα ασυνόδευτα παιδιά είναι «ευάλωτα». Οι οικογένειες που έχουν ένα άρρωστο παιδί που έχει χρείαν ειδικής θεραπείας είναι «ευάλωτες». Άτομα που η ζωή τους κινδυνεύει αν σταλούν πίσω είναι «ευάλωτοι». Επομένως από τον καθένα ασκείται πίεση να αποκτηθεί μια πιστοποίηση «ευλωτότητας». Οι μετανάστες θα εξαντλήσουν κάθε νόμιμο μέσο πριν χρειαστεί να «παρανομήσουν» ξανά.
     Οι εγκαταστάσεις που στεγάζουν την Υπηρεσία Ασύλου μες το στρατόπεδο (αυτή που απονέμει την «ευαλωτότητα») είναι διπλά οχυρωμένες και μοιάζουν με φρούριο μέσα σε φρούριο. Είναι αυτές που συγκεντρώνουν την ελπίδα και την οργή.
   Ταυτόχρονα η διοίκηση πελαγοδρομεί ανάμεσα σε πολλαπλούς εμπλεκομένους: Το Υπουργείο Μετανάστευσης, τον στρατό, την αστυνομία, την Frontex, τις ΜΚΟ, τον Δήμο, τα ΜΜΕ, τους αρχηγούς των εθνικών ομάδων των μεταναστών. Οι ΜΚΟ μάλιστα «φιλούν κατουρημένες ποδιές» για να πάρουν πόστο εκεί μέσα ώστε να προσποριστούν μερίδιο από τα τεράστια κονδύλια που διαθέτει η Ευρωπαϊκή Ένωση για το Μεταναστευτικό, οι δε προθέσεις τους και η δράση τους παραμένουν ανεξιχνίαστες. Εκατομμύρια παίζονται στις πλάτες των μεταναστών και πολλοί τρώνε με χρυσά κουτάλια – η κατάσταση δεν θα μπορούσε να είναι περισσότερο ευρωπαϊκή.

    Τα καλά θερμαινόμενα γραφεία μιας ΜΚΟ, μιας τυχαίας ΜΚΟ, (σε πανάκριβα ενοικιαζόμενο «αρχοντικό») στο κέντρο της πόλης σφύζουν από δραστηριότητα. Ενθουσιώδεις κοπελίτσες όλο ζέση ασχολούνται με κάποιους μετανάστες.  Όταν όμως δεις τα καλοζωισμένα ανώτερα στελέχη, πώς είναι βυθισμένα μέσα στα λαπ τοπ και στα σοβαρά διοικητικά τους καθήκοντα – καμιά αμφιβολία, παχυλά αμειβόμενα- και πώς αντιμετωπίζουν τον κάθε περισπασμό με έναν αέρα πολυπραγμοσύνης και υπεροψίας… όταν δεις τους μετανάστες  που κάθονται σε πάγκους φορώντας όλα τους τα ρούχα, μιας και δεν ζεσταίνονται ποτέ, αποκαρδιωμένοι (η «υπόθεσή τους» δεν προχωράει!), με άδεια βλέμματα, με «κομμένα» μάτια, παραιτημένοι (δεν υπάρχει κανένας λόγος να ξαναβγούν έξω στο κρύο - «καλά είναι κι εδώ μέσα») …τότε κάτι αλάνθαστα μέσα σου σού λέει πως αυτά τα μαύρα πρόσωπα, αυτά τα αποκαμωμένα μαύρα κορμιά, είναι η «πρώτη ύλη» με την οποία δουλεύουν οι Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, η «πρώτη ύλη» της Ευρωπαϊκής βιομηχανίας Ανθρωπισμού. Σας λέω είναι μούρλια η Ευρώπη!

    Βγαίνοντας από την πόλη της Μυτιλήνης και οδηγώντας προς την Μόρια βλέπεις συνεχώς τις πλάτες ανθρώπων που βαδίζουν. Που εδώ και καιρό "έβαλαν μπρος το αρχαίο περπάτημα". Γκρίζες και σκυφτές πλάτες που πάνω τους κάτι δυσοίωνο έχει γραφτεί: βομβαρδισμοί, επιδρομές, μυστικές αστυνομίες, κρύο, ταλαιπωρία, ανέχεια, μέλλον αβέβαιο. Η Ευρώπη τρέμει στη θέα ανθρώπων που με καλυμμένα τα κεφάλια σε κουκούλες έχουν την ακατάβλητη θέληση να βαδίζουν αενάως. Ανθρώπων δίχως πρόσωπο.
    Στη δίψα αυτών των σύγχρονων desperados για «Ευρώπη», η Ευρώπη αντιδρά με εξαιρετική απροθυμία. Τα κριτήρια είναι σεβαστά και θα εφαρμοσθούν απαρεγκλίτως και με λεπτομερή προσοχή. Δεν έδειξε όμως η Ευρώπη ανάλογο σεβασμό όταν σκόρπαγε τον όλεθρο «επί δικαίων και αδίκων» την εποχή της αποικιακής της δόξας. Ούτε την ίδια προσοχή στη λεπτομέρεια όταν με τον χάρακα τράβαγε ευθείες γραμμές στον χάρτη και έφερνε στο φως τον σύγχρονο κόσμο. Ούτε ντράπηκε να ακολουθεί την Αμερική, όπως η ύαινα το λιοντάρι, στο κυνήγι της στη Μέση Ανατολή. Τώρα «ανησυχεί σοβαρά» μπρός στα κύματα προσφύγων και διωγμένων του Τρίτου Κόσμου που έρχονται να ενωθούν με τις διογκούμενες μάζες των δικών της αστέγων και αποκλήρων. Πίστεψε πως εξόρισε την αταξία πέρα απ’ τα σύνορά της, τώρα αυτή η αταξία επιστρέφει περνώντας κάτω απ’ τις πόρτες. Τούτοι οι άθλιοι φέρνουν την ταραχή μέσα στο κέντρο της.
    Επείγει λοιπόν, όλες αυτές οι σκοτεινές και "παθιασμένες" μάζες να κρατηθούν στην περιφέρεια. Η Ρωμαϊκή και η Βυζαντινή Αυτοκρατορία εφάρμοσαν τούτο το μέτρο για αιώνες. Δεν είχαν όμως το εμπόδιο εθνικών κρατών. Μήπως τώρα το διάδοχο σχήμα τους πρέπει να αναζητήσει τις κατάλληλες φόρμουλες και να ακολουθήσει τις κατάλληλες μεθοδεύσεις? Η συνεπής μαθητεία είναι απαραίτητη αλλά χρειάζονται και οι ευφάνταστες προσαρμογές. Για να πληρωθεί το ρηθέν υπό του Λακάν για τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο: Τα στρατόπεδα στην Ευρώπη έκλεισαν μόνο προσωρινά.

    Κάποτε, φόρτωσε το εβραϊκό της πρόβλημα στις πλάτες των Αράβων. Τώρα εκείνα τα στρατόπεδα βρίσκουν την ωχρή τους αντανάκλαση σε τούτα τα στρατόπεδα. Ο αντισημιτισμός επιστρέφει με άλλο ρούχο σαν φόβος του Ισλάμ.
     Όσο για την Αφρική? Μα Η Αφρική είναι ένας σύγχρονος Άδης!

    Ο ξένος ήταν η μεγαλύτερη απειλή για τις αρχαίες κοινωνίες. Όταν έρχεται μόνος είναι ικέτης και αντιμετωπίζεται με ευμένεια. Σε μεγάλα νούμερα είναι εισβολέας.

    Η Γερμανία μπορεί να ποντάρει τώρα στους μετανάστες για να λύσει το δημογραφικό της πρόβλημα και να αναπληρώσει την έλλειψη εργατικών χεριών αλλά αυτή είναι άθλια πολιτική - ήδη σήμερα δεν είναι καλό για κανένα να είναι ξένος στην παλιά Ανατολική Γερμανία. Είναι επίσης κοντόφθαλμη πολιτική. Οι αυτοκρατορίες, τη στιγμή που βασίστηκαν στους μισθοφόρους άρχισαν την πορεία τους προς την παρακμή. Ή ίσως είχε αρχίσει ήδη η πτώση  της ζωτικής τους δύναμης και για αυτό χρειάστηκε να βασιστούν στο σφρίγος των βαρβάρων.
    Μπορεί να ελπίζει στην ένταξη και τον ορθολογισμό αλλά σε μια δεύτερη και τρίτη γενιά, όταν «θα ξυπνήσουνε οι ρίζες» - όπως σε Γαλλία και Βρετανία- τα προβλήματα θα είναι αξεπέραστα.
Μπορεί να ελπίζει ότι θα εντάξει τους ξένους όπως η Αμερική, αλλά η Γερμανία δεν είναι έθνος μεταναστών όπως οι ΗΠΑ. Και δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι το Αμερικάνικο «χωνευτήρι» θα συνεχίσει να λειτουργεί το ίδιο καλά όταν έρθουν οι δύσκολες μέρες.

                                     ………………………………..

   Τι άλλο απομένει απ' αυτό το ταξίδι μέσα στο χειμώνα? Όταν έφυγα από τη Θεσσαλονίκη για την Καβάλα κι από ‘κει πήρα ένα νυχτερινό καράβι για τη Μυτιλήνη?
  Μα φυσικά οι κάτοικοί της. Που τόσα καλά λόγια ακούστηκαν για αυτούς όταν άρχισαν να ‘ρχονται κατάφορτες οι βάρκες. Τώρα φτάνουν στα όριά τους. Και τι θέλουν τώρα οι κάτοικοί της? - Θέλουν πίσω το νησί τους!
 
     Ο ξένος ήταν η μεγαλύτερη απειλή για τις αρχαίες κοινωνίες. Όταν έρχεται μόνος είναι ικέτης και αντιμετωπίζεται με ευμένεια. Σε μεγάλα νούμερα είναι εισβολέας.

    Και ποιο ακριβώς είναι εκείνο το νησί? Τώρα θα προτιμούσαν να είχαν τον τουρισμό και τα λεφτά του! Φέτος πάθανε ζημιά! Μα η Λέσβος- πέρα από τον Μόλυβο- δεν ήταν ποτέ ένα τουριστικό νησί! Κι όσον αφορά τα λεφτά: τώρα είναι η χρυσή εποχή της Μυτιλήνης. Οι οργανώσεις νοικιάζουν αρχοντικά- 2 και 3 χιλιάδες ευρώ απαζάρευτα- οι υπάλληλοί τους μαζί με τους κρατικούς -5 με 6 χιλιάδες- νοικιάζουν σπίτια ολοχρονίς (και όχι μόνο για 2 μήνες στον Μόλυβο), ξοδεύουν τους μισθούς τους στο νησί και οι μετανάστες, όσο να πεις, ψωνίζουνε κι αυτοί. Αλλά είναι «βαριά» λεφτά. Μια καταχνιά απλώνεται στο νησί. Όλοι αυτοί οι πρόσφυγες φέρνουν ένα πένθος. Σα σκιές σα φαντάσματα κυκλοφορούν. Κι από κοντά οι αστυνομίες. Πιο καλά ο τουρισμός και το χαζοχαρούμενο κλίμα του…  πιο καλά τα ξανθά πλήθη που μπεκροπίνουν και αυτοβαλσαμώνονται όλη μέρα στον ήλιο στις ξαπλώστρες. Αυτή είναι η «σωστή», η ευπρόσδεκτη, εισβολή.

    Όλα τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου έχουν τα λιμάνια τους προς τη μεριά της Μικρασίας. Προς τα ‘κει ήτανε τα εμπόρια, προς τα ‘κει βλέπουνε και τα λιμάνια τους. Η Μικρά Ασία είναι η ενδοχώρα τους. Όλα τα νησιά του Αιγαίου αποτελούνε μια γέφυρα ανάμεσα στις δυό ακτές. Από τότε που σηκώθηκαν τα σύνορα, το 1922-23, αυτή η γέφυρα, από τη μιά της άκρη χάσκει στο κενό. Τελεσίδικα θα μαραζώναν τα νησιά αν μετά τον πόλεμο δεν ερχότανε ο τουρισμός. Αλλά μια αερογέφυρα είν’ ο τουρισμός. Και τέτοια «ανάπτυξη» λαχταράνε οι νησιώτες μας. Με τη βοήθεια μιάς αερογέφυρας να ζουν. Και πάλι μαραζώνουν τα νησιά, από «μέσα» τούτη τη φορά -με «κούφια» λεφτά.
    Αλλά ίσως έχουν δίκιο εκεί στη Μυτιλήνη, μιάς και κανείς δεν είναι ευτυχής μ’ αυτό που τού κληρώθηκε- όλοι θέλουν το Χόλυγουντ. Κι αν την πρώτη στιγμή επικράτησε το έλεος για κάποιους κακοτυχήσαντες, στη συνέχεια αποστρέφεται το βλέμμα απ’ τους απελπισμένους.

                                   …………………………………..

    Όμως η χειρότερη στιγμή ήταν στη Χίο. Βράδυ πάλι έφυγε το καράβι απ’ τη Μυτιλήνη φορτωμένο με κόσμο χαρούμενο που πάει για Χριστούγεννα. Βολτάρω στα γεμάτα σαλόνια κι έξω στα καταστρώματα. Σ’ ένα καναπέ ένα νεαρό ζευγάρι παίζει με τα κινητά του. Στο τραπεζάκι πλάι τους μια μαύρη δερματόδετη Αγία Γραφή. Ξαναπερνώντας δίπλα τους, ο νεαρός διαβάζει μια εφημερίδα – το άρθρο έχει τίτλο: Αποκαλύψεις φωτιά από τον Ελληνόψυχο Θεόδωρο Καμαρινό. Η εφημερίδα είναι ο «Στόχος».
    Το καράβι έπιασε στη Χίο πριν απ’ τα μεσάνυχτα. Βγαίνω στο κατάστρωμα της πρύμνης να δω το λιμάνι. Κάνει τσουχτερό κρύο. Κάτω στον ντόκο δύο σημαίες: της Ελλάδας και της Ε.Ε.  Σε μικρή απόσταση 15-20 άτομα παρακολουθούν σιωπηλοί την επιβίβαση. Ανάμεσα τους μερικές νέες γυναίκες. Σε πολύ μικρότερη απόσταση απ’ το καράβι, έξω ακριβώς από την πύλη του λιμανιού, σε σκοτεινό ξέφωτο ανάμεσα στα κτίρια, μια ομάδα από 60-70 άτομα στέκονται ακίνητοι. Τούτοι δω είναι όλοι αγριόγατοι. Μελαψοί, σκοτεινιασμένοι, με ένταση παρακολουθούν την επιβίβαση ανθρώπων και φορτηγών. Τρώνε με τα μάτια το καράβι. Μπροστά τους ένα περιπολικό και μερικοί αστυνομικοί τούς κόβουν τον δρόμο. Δίπλα μου ένας νεαρός τραβάει βίντεο με το κινητό του. Κοιταχτήκαμε για μια στιγμή. Κάτι πολύ άβολο απλώθηκε ανάμεσά μας... ξαναστραφήκαμε κι οι δυό, κάτω προς τη σκηνή. Ο επικεφαλής τούς λέει κάτι ξανά και ξανά που δεν ακούγεται εδώ ψηλά – αυτοί ακίνητοι. Οι νταλίκες κάνουν μανούβρα και ορμάνε με πάταγο μες τα γκαράζ του καραβιού. Μια κλούβα της αστυνομίας  έρχεται και σταθμεύει 50 μέτρα από το πλοίο. Μια διμοιρία ΜΑΤ αναπτύσσεται  μπροστά τους. Την επόμενη φορά που κοίταξα είχαν όλοι εξαφανιστεί. Σαν να τους ρούφηξε η νύχτα. Σαν να μην υπήρξανε ποτέ.

    Ρωτάω τον εαυτό μου: αν σε κάποιους ξένους είναι απαγορευμένο να εγκαταλείψουν ένα νησί, πώς πρέπει να νοιώθουν οι μόνιμοι κάτοικοί του? Πόση απόσταση θεωρούν ότι τους χωρίζει? Κι αν οι ίδιοι δεν είναι εγκάθειρκτοι τότε τι ακριβώς είναι? Και πώς πρέπει να νοιώθουν για αυτούς που, με την παρουσία τους, τούς υπενθυμίζουνε διαρκώς ότι ζουν σε κάποιου είδους «ανοιχτή» φυλακή?
    Και ‘κείνες οι δυό σημαίες στο λιμάνι? Ένα κουρελάκι να κουτσοστέκεται δίπλα στο ατλάζι... Κι ακόμα χειρότερα... από παλιά ματωμένο να προσπαθεί να «ευπρεπιστεί»!
    

    Δύο κοπελίτσες που μόλις επιβιβάστηκαν τραβούν selfie στο κατάστρωμα κι ο άνεμος τις παίρνει. Οι μπουκαπόρτες σηκώνονται, πρώτα η μιά, έπειτα η άλλη. Τα ΜΑΤ βαδίζουν προς την κλούβα. Το καράβι φεύγει φορτωμένο αποκλειστικά με Έλληνες- και, τουλάχιστον έναν Ελληνόψυχο.
    Βαθιά ακούγεται η σειρήνα του, αντηχεί σ’ όλη την πόληΠερήφανη η βουή του επιστρέφει σαν ηχώ από παντού, τα κτίρια και τους πέρα δρόμους, φτάνει απέναντι στα Μικρασιατικά παράλια και ξαναγυρίζει πίσω αναμειγμένη με ντροπή. Τα χιλιάδες φώτα του Τσεσμέ φαίνονται τόσο κοντά. 
    Έμεινα για ώρα στο κατάστρωμα ώσπου χάθηκε η Μικρασιατική ακτή, χάθηκε η Χίος. Και μόνο κάτι μακρινοί κόκκινοι φάροι της αεροπλοΐας θύμιζαν ότι εξακολουθούσε να υπάρχει ένας κόσμος πέρα από το φωτισμένο καράβι και το θολό σκοτεινό πέλαγος.

                                                                                                                                   Β.Η