Πρόσφατα σχόλια

http://your-blog-name.blogspot.com

Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

Ξένοι στον Κόσμο μας



                                                              Πειραιώς προς Ιερά Οδό

    Έρχομαι απ’ το Γκάζι ανεβαίνοντας την Βουτάδων. Βγαίνοντας στην Πειραιώς βρίσκομαι αντιμέτωπος με μια τεράστια τοιχογραφία η οποία εκτείνεται σε μήκος πολλών δεκάδων μέτρων σκεπάζοντας έναν τοίχο που συμπορεύεται με τον δρόμο. Το κόκκινο κυριαρχεί ζωηρεμένο από το τελευταίο φως ενός κρύου ήλιου. Μια στάση λεωφορείου, σφηνωμένη μέσα στην τοιχογραφία, είναι και αυτή βαμμένη. Μια κοπέλα, σαν να είναι μια από τις φιγούρες του έργου, κάθεται στη μοναχική στάση. Ανάμεσά μας βουίζει η κυκλοφορία. Όπως βλέπω τη σκηνή, αποφασίζω να γίνω και εγώ μέρος της ζωγραφιάς. Διασχίζω τον δρόμο και πάω και κάθομαι δίπλα στην κοπέλα παίρνοντας θέση μες την τοιχογραφία. Το πεζοδρόμιο είναι απελπιστικά στενό, τ’ αυτοκίνητα συρίζουν μπρος μας σε απόσταση αναπνοής. Ύστερα από τρία λεπτά το κορίτσι σηκώνεται, κάνει λίγα βήματα πάνω-κάτω και φεύγει. Μένω στη στάση μόνος. 
    Και τότε τον είδα. Ερχόταν από κάτω. Φόραγε ένα κοντό γκρίζο παλτό, σταχτί φθαρμένο παντελόνι, είχε τα χέρια του στις τσέπες και στο κεφάλι φορούσε ένα ξεβαμμένο ανοιχτοπράσινο μαντήλι δεμένο στο λαιμό όπως το φοράνε οι γριές.
    Ο άνθρωπος ερχότανε σαν αδριάντας. Πανύψηλος, χωρίς αμφιβολία επιβλητικός, είχε πλατύ μπρούτζινο πρόσωπο χαρακωμένο από την ηλικία και τους καιρούς. Τα δυνατά μήλα, τα σχιστά γκριζογάλανα μάτια υποδήλωναν ότι ανήκε μάλλον στην Τουρανική φυλή. ΄Η μάλλον ήταν ένας Σιού!
     Ένας Σιού? Τι γύρευε ένας Ογκάλα Σιού στην Πειραιώς? Βαδίζων προς την εκβολή της Ιεράς Οδού?
    Το ερώτημα έπεσε απάνω μου κατακλυσμιαίο. Πέρασε αργά, κοιτώντας μπροστά, σαν να πέρναγε Αιώνας. Έσερνε ανεπαίσθητα το δεξί του πόδι. Αθάνατα εντυπώθηκε στη μνήμη μου εκείνο το άθλιο παπούτσι που πέρασε τόσο κοντά στα μάτια μου καθώς ήμουν καθισμένος. Παρ’ όλο το θόρυβο της κυκλοφορίας η διάβασή του άπλωνε μια αρχαία σιωπή. Το βλέμμα μου τον ακολουθούσε. Σηκώθηκα πάραυτα. Ένας καταγραφέας πρέπει να ‘ναι πάντα εφ’ όπλου λόγχη, σκέφτηκα.
    Τον πήρα στο κατόπι, πάνω προς τα πάρκα και τις πρασιές στο παλιό αμαξοστάσιο. Ο άνθρωπος βάδιζε αργά. Ήταν φανερό ότι αν και υπήρχε κατεύθυνση δεν υπήρχε σκοπός. Το δεξί του πόδι τον δυσκόλευε. Τράβαγε προς τα ‘κει που πυκνώνανε τα κτίρια, που η πόλη ορθωνότανε αρχέγονη ξανά σαν το Δάσος.
    Σιγά-σιγά βράδυνα το βήμα. Δεν ήθελα να ακολουθήσω άλλο. Φτάνοντας στην αντιπέρα όχθη ενός δρόμου σταμάτησα. Έκανα μισή μεταβολή, χτύπησα στις πλάκες του πεζοδρομίου το δεξί τακούνι και έπαυσα την παρακολούθηση. Έμεινα να θωρώ τη γκρίζα πλάτη του, που πάνω της είχαν αποτυπωθεί τα πάνδεινα, να απομακρύνεται διστακτικά ανάμεσα στις πλάτες των αυτοκινήτων.

    Την ένοιωθα πολλή ώρα τώρα, μια θύμηση έψαχνε δρόμο για το φως. Ξαφνικά ήταν εκεί! Την βόηθησαν κι οι ανοιχτοί ορίζοντες, το μεγάλο ξέφωτο: Πάνε χρόνια. Μπορεί και 20. Είμαι καθισμένος σ’ ένα αυτοκίνητο, στη θέση του συνοδηγού. Πηγαίναμε σημειωτόν μέσα στην πυκνή κυκλοφορία. Πότε επιταχύναμε και ύστερα επιβραδύναμε. Και εγώ και ο οδηγός καθόμασταν σιωπηλοί στις θέσεις μας. Ήταν ένας κόσμος αυτοκινήτων, ένας κόσμος κίνησης!
    Πάνω από τις σκεπές είδα ένα κεφάλι. Ένας άνθρωπος βάδιζε ανάμεσα στα αυτοκίνητα αντίθετα στην κυκλοφορία. Φτάνοντας ως εμάς διαγράφηκε ολόκληρος. Το πρόσωπό του ήταν ήρεμο, σχεδόν ανέκφραστο. Τα μάτια του άδεια ή μάλλον άδεια απ’ οτιδήποτε ελάμβανε χώραν και προσηλωμένα κάπου μακριά, εκεί από όπου είχαμε όλοι έλθει. Έτσι μας προσπέρασε και χάθηκε προς τα πίσω. Ποτέ πριν δεν είχα ξανασκεφτεί εκείνη τη σκηνή. Τώρα ήξερα πως εκείνος ο άνθρωπος, εκείνη η μορφή, ήτανε ο ξένος.



                                                                                                   Β.Η                                                                                                                                                                                                                                            

Κυριακή, 7 Μαΐου 2017

Θα συναντηθούμε Σταδίου και Κοραή…


         α


5 Μαΐου 2010
                        12 το μεσημέρι.
Πάμε στη μεγάλη διαδήλωση.
Καλή τύχη σε όλους!

5 Μαΐου
                        6 το απόγευμα.
Επιβεβαιώθηκαν τα νέα:
            Νεκροί στη Σταδίου.
Σκασμένοι απ’ τον καπνό.

Χρεωμένοι με φονικό,
χρεωμένοι μιαν ατιμία.
Και η ντροπή απάνω μας.
Και το χειρότερο…
άρχισαν να προβάλλουν
            οι φόβοι
και το πολιτικό συμφέρον
ο Αναρχικός «πατριωτισμός».

Λίγα τα σταράτα λόγια
πολλά τα μισόλογα.
Όπως έκαναν και την άλλη φορά, οι άλλοι,
            με τον Γρηγορόπουλο.

Ίδια τα ανθρωπινά
δεξιά κι αριστερά.

                     Τώρα μέσ’ την πίκρα
κάποιοι θα καταλάβουν αυτό που είπε
ο ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης:
“Ένα από τα δυσκολότερα πράγματα στη ζωή
είναι να προφυλάξεις μια ιδέα
από αυτούς που την υπερασπίζονται”.
                                      
                                   
                                     
                                        β

Η περίοδος που άνοιξε
            στις 6 Δεκέμβρη του ’08
            με ένα φόνο
έκλεισε στις 5 Μαΐου του ’10
          με τέσσερις.

Κι όπως κάποιοι ξύπνησαν βίαια
το πρωί της 7 Δεκέμβρη του ‘08
με τις πρωινές ειδήσεις
έτσι και κάποιοι άλλοι
τ’ απόγευμα της 5 Μάη του ‘10
θα καταλάβαιναν μουδιασμένοι πως
ό,τι άρχισε μ’ έναν πυροβολισμό
τέλειωνε με έναν εμπρησμό.

Η αθωότητα χάθηκε.
Μία μεγαλύτερη περίοδος
διαρκείας 35 ετών
            έφτασε στο τέρμα της.

Χώρεσε την ανοχή
            προς κάθε είδους αποτρελαμένους
                        μοχθηρούς
και ανεύθυνους.

Η ζωή είναι το μέτρο όλων.
Όποιος και ό,τι την περιφρονεί
                        είναι ο εχθρός.
Ήρθε η ώρα της βίαιης αποκοπής
από τον εχθρό «εντός των τειχών».



                                         
                                           γ

 Ποιοι είναι οι σπάστες
                        και οι εμπρηστές?
Ποιοι είναι το «κόμμα του σπασίματος»?
Αν είναι τα παλικάρια και οι καταδρομείς
όπως παριστάνουν,
αν είναι οι «άτακτοι»
γιατί δεν είναι ποτέ εκεί που
                         θα ’πρεπε να είναι?
Αιχμή του δόρατος της διαδήλωσης?
Πράττοντας κατά την βούλησή της?
Προστατεύοντάς της?
Γιατί την ακολουθούν σαν κοράκια?
Βάρος δυσβάστακτο γι’ αυτήν?
Φετιχιστές της βίας?
Που τη φέρνουν σε θέση απολογίας
                                    απέναντι στην κοινωνία?

Ένας πολέμαρχος, ένας στρατηγός της εξέγερσης,
– ο καπετάν Θοδωράκης, αν ζούσε –
θα τους πέρναγε από μαχαίρι.




                                           δ

Ποιοι είναι το «ένοπλο?
Ποιος τους ελέγχει αφού
δεν τους ελέγχουν οι συνελεύσεις?
Ποιος έχει ανάγκη τη δράση τους
            και τις βαριές αναλύσεις τους?
Οι καιροί είναι πονηροί.
Ένας στρατηγός θα τους έθετε υπό τις
            διαταγές του
            ή δεν θα υπήρχαν.

Στην Αθήνα, που απεχθανόταν τις εξειδικεύσεις,
που για παράδειγμα ούτε οι πολιτικοί
ούτε καν οι δικαστικοί
δεν ήταν επαγγελματίες,
η στρατηγική εθεωρείτο Τέχνη.
Και οι Δήμοι εξέλεγαν τον ικανό στρατηγό
που λογοδοτούσε στην Εκκλησία του Δήμου.

Ο πόλεμος είναι πολύ σοβαρή υπόθεση
                        για να εγκαταλείπεται στους αυτόκλητους.



                                                ε

                                    ...αμέριμνοι


Αν υπάρχει νεκρός απ’ τη μεριά μας
            μετράει υπέρ μας.
Αν υπάρχει αστυνομικός νεκρός
            ή κάποιοι άτυχοι πνιγμένοι
            μετράει υπέρ τους.

Οι νεκροί γίνονται πιόνια.
Είναι το σκάκι του διαβόλου.
Μπήκαμε στην εποχή του.
            Ποιοι μας έφεραν εδώ?
Ποιοι τάισαν το λαό τρέλα?
                        Εμείς πώς αφεθήκαμε?;
                                    Λεπρές πόλεις…
                                    Κατατρώνε τον εαυτό τους!

                        Η Ελλάδα μπαίνει στο σκοτάδι.
                        Βήμα με βήμα.
                                    Αυτή είναι η στιγμή για ηγεσία.
                    Ηγεσία που βγαίνει από τους εξεγερμένους.
                        Έχει ένα σκοπό κάθε στιγμή
                    και δεν ξεφεύγει στάλα απ’ αυτόν.
                        Έχει ένα σχέδιο υλικής λιτότητας
                    και πνευματικού πλούτου.
                        Λογοδοτεί στους εντολοδότες της.
                               Σέβεται τη ζωή.




                                                                    Β.Η, Μάης 2010

                                                                Τραγούδια από τα Αμπάρια

Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

Το αεράκι




Α! Ένα είναι βέβαιο, 
ότι κάθε προσπάθεια της ανθρωπότητας
να καλυτερέψει τα πράγματα,
τα έκανε χειρότερα.

Αυτό βέβαια δεν είναι λόγος
να μην δοκιμάσουμε κι εμείς
                            την τύχη μας.
Στο κάτω-κάτω δεν έχουμε
                           μια ριξιά?
Δεν έχουμε κι εμείς μια μπίλια?

Να ληφθεί επίσης παρακαλώ υπ’ όψιν
ότι παρ’ όλες τις συζητήσεις που κατέληξαν
                             σε κάποιο συμπέρασμα,
παρ΄ όλα τα γεγονότα τα μεγάλα
τους θριάμβους και τις απώλειες
ποτέ δεν έπαψε η βροχή να έρχεται
              το γρασίδι να επανέρχεται
πουλιά να σηκώνονται ξαφνικά και ανεξήγητα
και το αεράκι, α! το αεράκι…

                                               
                                              
                                          Β.Η 

                      (Τραγούδια από τ' Αμπάρια)

Κυριακή, 16 Απριλίου 2017

Η Πόλις εν αμηχανία







Ο κόσμος της αδικίας
                  διαλύεται από τις αμαρτίες του
εμείς οργανώνουμε την Πόλη
                  που θα τον διαδεχτεί.
Η Πόλις που θα τον διαδεχτεί
δυσκολεύεται να οργανωθεί
γιατί από τη φύση της
                  φέρει μέσα της τη διαίρεση.
Ο κόσμος της αδικίας διαλύεται κι άλλο
εμείς οργανώνουμε την Πόλη.
Η Πόλις αδυνατεί να οργανωθεί
γιατί δυσκολεύεται πρώτον να ορίσει τον εαυτό της
                   και δεύτερον να ορίσει τον εχθρό.
Ο Δυνάστης εμφανίζεται και ορίζει
στα γρήγορα έναν εχθρό  
                   τον πιο κατάλληλο κάθε φορά
                   αυτόν που συσπειρώνει.
 Ο Δυνάστης συσπειρώνοντας οργανώνει
                     συσπειρώνει κι οργανώνει
                     συσπειρώνει και οργανώνει.
Γρήγορα επικρατεί «καταλύοντας» τον κόσμο της αδικίας
                     και βάζει στην άκρη την αμήχανη Πόλη.

Η Πόλις βρίσκει επιτέλους τον εχθρό
      στο πρόσωπο του Δυνάστη
και ύστερα από κάποιες δυσκολίες
              τον αποκαθηλώνει.

Ο κόσμος της αδικίας αποκαθίσταται
ανανεωμένος
βάζοντας στην άκρη την Πόλη
η οποία χάνοντας τον εχθρό που
        την οργάνωνε
ξαναβρίσκει τη φύση της
που φέρει τη διαίρεση
και ξαναπέφτει σε αμηχανία.

Αυτή η ιστορία συνεχίζεται για πάρα
πολύ καιρό.


Β.Η
(Τραγούδια από τ' Αμπάρια)

Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017

…ξημερώνοντας 25η Μαρτίου.




     Η Αθήνα καταστράφηκε συστηματικά απ’ αυτούς που ήρθαν 
να την κατοικήσουν δίχως να την αγαπούν.
     
Στην Μύκονο, και σε κάθε Μύκονο που την ακολούθησε, διέλυσαν τις ξερολιθιές, παντελώς ανυποψίαστοι γι αυτό που κατέστρεφαν. Η κάθε ξερολιθιά, κάθε μια μόνη κι όλες μαζί, όπως χώριζαν το τοπίο μέσα στον ήλιο του μεσημεριού, ήταν ένα σπάνιο μάθημα πάνω στο έργο που επιτελεί το φως και η σκιά. Πρέπει να υπήρξαν δάσκαλοι που λυπήθηκαν για τη χαμένη ευκαιρία, να δείξουν το έργο του φωτός μέσα σε τέτοιο περιβάλλον. Να δείξουν δηλαδή πώς η σκιά δίνει μορφή στο φως αποτελώντας το όριό του. Και να δείξουν ότι το φως χωρίς το αντίθετό του, τη σκιά, είναι βία χωρίς ανάπαυση, σκληρότητα δίχως εξιλέωση. Και να σημειώσουν ότι κάθε ξερολιθιά είναι μια αξεπέραστη «διπλωματική» πάνω σ’ ένα συνδυασμό τεχνών, του μυστηρίου της ζωής συμπεριλαμβανομένου.
Σ ’όλο το Αιγαίο ο νεοπλουτισμός επιτέθηκε στη νεολιθική απλότητα. Σ’ ολόκληρη την Ελλάδα διεξήχθη ένας παλλαϊκός πόλεμος ενάντια στη μνήμη και το χώμα.
      Ακόμα και το βλέμμα έγινε σπάνιο. Μέχρι πρόσφατα μπορούσες να συναντήσεις βλέμματα όπου μέσα τους έβλεπες ένα τοπίο, όπου μέσα τους υπήρχε η Ιστορία. Τώρα τέτοια μάτια χάνονται… Έπρεπε όμως πρώτα να χαθεί η διαύγεια. Δηλαδή οι άνθρωποι που γνώριζαν τη θέση τους στον κόσμο και το έργο που είχαν κληθεί να επιτελέσουν. Οι άνθρωποι που ήταν συνδεδεμένοι με τις βαθύτερες πηγές της ύπαρξης. Το χώμα, τους καιρούς, τη λάσπη. Που στα κατώγια τους τα χαράματα μουγκάνιζαν τα ζώα. Που διωγμένοι κουβάλησαν αντί άλλης περιουσίας τυλιγμένα κόκκαλα. Που πήγαν στις ξένες φάμπρικες ντυμμένοι με μια φωνή που τραγούδαγε την ξενητειά. Χάθηκαν αυτοί που γνώριζαν τον πόνο. Ο πόνος λεπταίνει τον άνθρωπο. Χάθηκαν τέλος αυτοί που είχαν την τύχη να τον μοιράζονται με τους ομοίους τους .
Δεν είχε έρθει ακόμα η εποχή των πραγματικά ξερριζωμένων, αυτών που είναι τουρίστες του χρόνου που τους δόθηκε σε τούτη τη ζωή και αμήχανοι επιβάτες της Ιστορίας. Δεν είχε έρθει ακόμα η εποχή του φευγαλέου βλέμματος που κάνει ένα γρήγορο:  σάρωμα – επιλογή - απόσβεση.
Παρ ΄όλα αυτά – και μέσα σ΄ αυτές τις τρεις λέξεις κρύβεται και ενεδρεύει η Ιστορία, μιας και αυτές οι τρεις λέξεις είναι ακριβώς ο άνθρωπος, γιατί ο άνθρωπος είναι το ον που κάποια στιγμή κάνει αυτό που δεν μπορούσε κανείς να φανταστεί - Παρ’ όλα αυτά, λέω, δε χαθήκαν όλα.
Η ελληνική γλώσσα, αυτό το επικίνδυνο και μολυσματικό όργανο, παραμένει ζωντανή. Η Λαϊκή μουσική, η Δημοτική μουσική, η Ποίηση, η λαϊκή μαγειρική- των φτωχών φαΐ - λάδι, άρτος και κρασί, η αίσθηση της Ιστορίας, η ανάγκη για την Πόλη και την Αγορά, όλος ο Εθνικός Πλούτος, έστω και αποδυναμωμένος, παραμένει ενεργός σε βαθμό που δεν μπορεί να διανοηθεί κανένα απ’ τα Δυτικά Έθνη.
Η αλλοτρίωση εδώ, προχώρησε λιγότερο από αλλού όπου μερικές φορές η κατάσταση είναι αποκαρδιωτική. Η Ελλάδα είναι πολιτιστική υπερδύναμη.
Στις δύσκολες εποχές που ήλθαν έχει χώρο να υποχωρήσει και να κρατηθεί. Έχει και την«παράδοξη» δυνατότητα να παίξει σημαντικό ρόλο.
Γι’ αυτό ελπίζω η κρίση να προλάβει να περισώσει ό,τι τόσα χρόνια ροκανίζει η ανάπτυξη. Και εύχομαι, ζυγίζοντας τις λέξεις, την καταρράκωση των ελπίδων. Εύχομαι να χαθούν τα ασημένια ρούχα, να καταπέσουν τα φτιασίδια, ν΄ απομείνει αυτός ο λαός γυμνός. Γιατί τριάντα χρόνια τώρα, είδα μπουκιά-μπουκιά το φαΐ που έτρωγε και ρούχο-ρούχο τη φορεσιά που τον έπνιξε.
Έρχεται η σκοτεινή γενιά που μιά στιγμή θα αστράψει. Αυτοί θα είναι οι τιμωροί. Υπάρχουν επίσης άνθρωποι που ακόμα τους ακολουθεί ο ίσκιος τους και κρυφά και χαμηλόφωνα συνομιλούν μαζί του. Υπάρχει κι ένα τοπίο που στέκει αμίλητο.
Μέσα σε μαγεμένο τόπο ορκίζομαι στη συνάντηση των δύο.
                                        
                                                                                                              Β.Η
           από τον "Πύραυλο των Υπογείων"
                      24 Μαρτίου 2011 

Πέμπτη, 16 Μαρτίου 2017

Απώλεια αγαθού - Εύρεση εαυτού



    Κατεβαίνω την Ιπποκράτους με το λεωφορείο Νο 21. Είναι μεσημεράκι, βιαστικός πάω για δουλειές. Το λεωφορείο κάνει στάση στην Καλλιδρομίου. Οι πόρτες ανοίγουν, άνθρωποι κατεβαίνουν - άνθρωποι ανεβαίνουν. Στα λίγα δευτερόλεπτα που οι πόρτες μένουν ακόμα ανοιχτές κι ελεύθερες από κόσμο, βλέπω την εξής σκηνή: Δυό ηλικιωμένοι άντρες όρθιοι στη στάση κουβεντιάζουν. Πίσω τους μιά γυναίκα κάθεται στον πάγκο. Ακούω τον έναν απ’ αυτούς, έναν τετράγωνο κι ευρύστερνο, γεροδεμένο γκριζομάλλη, με δυνατή φωνή, χειρονομώντας πλατιά, να λέει στεντόρεια: «Ήταν φιλάσθενος και δεν ήθελε να πάει και τους λέει: ελάτε να καταμετρήσουμε το πολεμικό υλικό…» Είναι σαν να βρίσκομαι σε θεατρικό εξώστη και να βλέπω κάτω στη σκηνή. Μετράω το ενδεχόμενο να κατέβω για να παρακολουθήσω τη συζήτησή τους. Η ένταση ανεβαίνει κατακόρυφα. ΄Κεινες τις στιγμές που οι πόρτες είναι ακόμα ανοιχτές, σα να μου φωνάζανε, σα να περιμένανε εμένα, διστάζω. Σκέφτομαι ποιες απ΄ τις δουλειές μου παίρνουνε αναβολή, πώς θα αλλάξω τα σχέδιά μου. Οι πόρτες κλείνουνε με πάταγο. Το λεωφορείο ξεκινά κι εγώ γίνομαι ξαφνικά φυλακισμένος. Νοιώθω την περιέργειά μου να φουντώνει και να χύνεται στις φλέβες μου σα θυμωμένη διαδήλωση. Εγκλωβισμός! Τα βάζω με τον εαυτό μου: Πώς την έπαθα έτσι σήμερα! Εμένα δεν μου ξεφεύγουν ποτέ τέτοιες ευκαιρίες! Εν τω μεταξύ η φαντασία μου καλπάζει.
    Στην επόμενη στάση- Διδότου- κατεβαίνω σαν αυτόματο και το «κόβω» πίσω με τα πόδια. Σκέφτομαι τον χρόνο που περνάει και την ιστορία που χάνεται. Στο μέσον της απόστασης βλέπω το 025, που πάει Βοτανικό, να κόβει «μέσα» και να «πιάνει» στην πάνω στάση σαν φέρρυ μπόουτ που πιάνει σε νησί. Α, δεν πάμε καλά! Καθόλου καλά! Ταχύνω κι άλλο το βήμα, ανοίγω και άλλο τον βηματισμό, ενώ το λεωφορείο περνάει βουίζοντας πλάι μου.
    Μου φάνηκε πως τους είδα μέσα. Και τον γκριζομάλλη στριμωγμένο μες το  σκοτεινό πλήθος των επιβατών να σηκώνει το χέρι προς χειρολαβή. Ανοίχτηκα στη μέση της Ιπποκράτους για να ιδώ καλύτερα τη στάση. Με την ψυχή στο στόμα! Ο πλοίαρχος Σκοτ δεν πρέπει να  ένοιωσε μεγαλύτερη ματαιότητα λίγες εκατοντάδες μέτρα από τον Νότιο Πόλο βλέποντας  μια κόκκινη κουκκίδα (η Νορβηγέζικη σημαία?) μες τη χιονισμένη απεραντοσύνη- σημάδι ότι ο ανταγωνιστής του, ο Roald Amundsen, τον είχε προλάβει. Φτάνω στη στάση και την βρίσκω άδεια.
    Κανείς! Βηματίζω πάνω-κάτω στο έρημο πεζοδρόμιο εν πλήρει απωλεία. Στήνω αυτί προσπαθώντας να ακούσω τον αντίλαλο από τα λόγια που ειπώθηκαν εκεί πριν από 5 λεπτά. Τα κρύα μέταλλα της στάσης παραμένουνε βουβά, οι πλάκες του πεζοδρομίου αδιάφορες. Δεν μπορεί, κάπου πρέπει να αιωρούνται τα λόγια, έστω και για λίγο, πριν αρχίσουν το ατελείωτο ταξίδι τους για το άπειρο. Τίποτα! Και οι άνθρωποι που μοιράστηκαν την ιστορία για πάντα χαμένοι μέσα στην τεράστια πόλη. Σκύβω το κεφάλι και νοιώθω να μαζεύω…
    Παίρνω το επόμενο 025 που έρχεται σε λίγο να με περιμαζέψει. Όρθιος μες το λεωφορείο αρχίζω σιγά-σιγά να συνέρχομαι… για μιά ακόμα φορά καταλαβαίνω: το να χάσω το τηλέφωνό μου, την ταυτότητά μου ή μερικά λεφτά δεν θα μου είχε προκαλέσει περισσότερη συντριβή. Είμαι ένας άνθρωπός των ιστοριών. Και οι ιστορίες είναι η πραγματική δουλειά μου. Αναπνέω μέσα απ’ αυτές και πάνω σ’ αυτές πνέω.
    Είναι κι αυτό μια παρηγοριά, μέσα στην απώλεια να σού δίνεται η ευκαιρία να ψηλαφίσεις το αληθινό σου πρόσωπο.
                                                                                                                        Β.Η


Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017

Της Αποπλάνησης




Μην ακούτε τους ποιητές
που είναι υπερασπιστές ανυπόστατων πραγμάτων:
Κήρυξα πόλεμο στην ανθρωπότητα
ορκίστηκα αιώνια έχθρα
λέει ο Λασενέρ ο λόγιος ληστής.
Δεν θα χύσω ούτε μιά στάλα αίμα μόνο μελάνι.

Κι ο άλλος λέει: Θα φτιάξουμε εδώ ένα Στρατό
γιατί θα χύσουμε αίμα.
Πρώτα – πρώτα το δικό μας
Το αίμα νικάει το σπαθί.
Χα, χα! Αίμα, Σπαθί, Θεός, Χοάνη!
Θα ματώσουμε γερά!
Εννοεί σα τον Λασενέρ: εσείς αίμα, εγώ μόνο μελάνι!

Στέκει ο άλλος, ο παράλλος, μπροστά σε μιά κοπέλα στο μετρό
μιά λεπτήν κοπέλα, χωρίς να το ξέρει αυτή, απόψε
θα διαβεί το μαύρο κατάμαυρο ποτάμι
ούτε τα φωτισμένα βαγόνια θα βοηθήσουν
ούτε το των συνανθρώπων πλήθος
όρθια στέκει και σφίγγει στο στήθος
της την τσάντα με χέρια σταυρωμένα
γυμνός ξεπροβάλλει ο ψηλός λευκός λαιμός
στηρίζει δυό μάτια αέρινα
σα λουλουδιού στημόνι
και κοιτάει τούτο το λαιμό
όπως λιοντάρι το ελάφι στη σαβάννα
κι είναι πράγματι λαφίνα.

Στρέφει το κεφάλι αλλού 
ν’ αποφύγει το στυλωμένο βλέμμα
αλλά μάταια, είναι σα να του δίνει
τον τρυφερό λαιμό, υψώνει προς τα πίσω το μουσούδι
σα λάφι που οσμίζεται κίνδυνο και κοιτάει πέρα
ίσως είναι μόνο ο πρώτος αέρας της άνοιξης
που φτάνει σε τρεμάμενα ρουθούνια.
Κι αρχίζει η φωνή ν’ ανεβοκατεβαίνει ρυθμικά,
τόσο όσο χρειάζεται για ν’ ακούγεται μόνο απ’ αυτήν
πάνω απ’ τον θόρυβο που κάνουνε οι ρόδες
πάνω στις σιδερένιες βέργες-ράγες και
οι πόρτες που ανοιγοκλείνουν
και το πλήθος που μπαινοβγαίνει
και μετράει η φωνή,
πόσα φιλιά χωρούν στο μακρύ λαιμό της
από την κλείδα, λοξά, απάνω, ως τ’ αυτί
ένα, δύο, τρία,
εφτά μετράει η φωνή

κοιτάει αυτός έξω, τις σκοτεινές γαλαρίες
αλλά η φωνή δεν παύει
μιλάει για το πάνω χείλος της
που κυρτώνει προς τα κάτω, σα σαμπρέλα φουσκωτό
όλο κρυφήν αναίδεια, τού αξίζει να τιμωρηθεί
ίσως με απανωτές δαγκωματιές, ίσως με κάτι άλλο
πρέπει επειγόντως, τέτοιο καμπύλο σκάνδαλο
να γυρέψει εξιλέωση, να εκλιπαρήσει έλεος.
Κι αυτή, θεόβουλη, της είναι απίστευτο,
πού βρέθηκε αναπάντεχα τέτοια αδυναμία?

Τής περιγράφει τον εαυτό της, τής ξανασχεδιάζει το πρόσωπό της
ξαναγράφει το κορμί της ίσαμε κάτω τ’ ακροδάχτυλα
τα πόδια της γυμνά, ξεκάλτσωτα μέσα στις γόβες
-χειμώνα καιρό- τα ονομάζει φυλακισμένα καλοκαίρια
Τής βγάζει με τα λόγια το γοβάκι
παίρνει στα χέρια του το πέλμα
αυτή πνιχτά φωνάζει, μη
αλλά δεν τραβά το πόδι.
Και της φιλεί γονατιστός τα δάχτυλα
αυτή κοιτά με δέος
διότι ξέρει πως κρυφά μέσα της
  ήδη
λογαριάζει να του παραδοθεί
σε τούτον δω τον ασουλούπωτο, τούτον δω τον αγριεμένο γύφτο.

Κάνει ξανά το τραίνο στάση, με πάταγο ανοίγουνε οι πόρτες
κόσμος βγαίνει-κόσμος μπαίνει
και προτού κλείσουνε ξανά, ορμάει αυτή όξω
μες το απρόσωπο το πλήθος.
Αλλά το νοιώθει, δεν είναι μόνη, ακολουθιέται.
Από τη στιγμή που βγήκε η φωνή
ξοπίσω της-
δεν τη γλυτώσανε οι πόρτες-
το ξέρει: είναι χαμένη η φτωχή κοπέλα.

Γι αυτό σας λέω: μην ακούτε τους ποιητές
Μην ακούτε αυτή την φάρα!
Καλύτερα οι αριθμοί, καλύτερα η λογική
μόνο η Στέρεη Σκέψη σώζει.
Σταθείτε ως την ύστατη στιγμή στους κινδύνους!
Είναι επικίνδυνη η καρδιά σας λέω.
Μην ακούτε κανένα, γέμισε ο τόπος σκοτεινούς εκμαυλιστές!

Ή τουλάχιστον ακούστε μόνο εμένα.
Έζησα για την ποίηση και έζησα μ’ αυτήν.
Χωρίσαμε σαν φάνηκε ο ατμώδης θόλος
σα στέμμα πάνω απ’ το ποτάμι.
Τις όχθες του και τους βαρκάρηδες
δεν αντίκρισα ποτές, έστρεψα τη ράχη
στους ψίθυρους και τους προφητικούς βατράχους
έχασα τους καλαμώνες και τους παιδικούς φόβους.
Τράπηκα στου κάμπου τη σιωπή.

Δεν έχουμε ψωμί, είπατε, μόνο λίγο κρασί
και μερικές γλυκοπατάτες
και τρέμει η καρδιά μας
ούτε ξέρουμε, θα γυρίσουμε στα σπίτια μας
και τούτο το χειμώνα?

Ήτανε βαριόμοιρο το καλοκαίρι
χάσαμε πολλούς ανθρώπους
έπηξε ο λαιμός μας σκόνη.

Γι αυτό σας λέω: ακούστε μόνο εμένα
είμαι ο γιος σας της χαράς
είναι η ζωή μου γάμος.
Δεν ανήκω εγώ μάτια μου στους ποιητές
αλλά στην αλητεία, που τίποτα σ’ αυτή τη γη δεν εξιλεώνει.

Γι αυτό, φέρτε τις κούπες για κρασί
ανοίξτε τις πόρτες να μπουν οι μουσικοί
για λίγο είμαστε εδώ
κι απέ, στους πέντε ανέμους για πάντοτε χαμένοι.


                                                                       Β.Η