Πρόσφατα σχόλια

http://your-blog-name.blogspot.com

Σάββατο, 16 Σεπτεμβρίου 2017

Arnold Layne

  

    Αν τύχει και κατηφορίσετε κατά δώ, ψάξτε να με βρείτε σε ‘κείνο το φριχτό δωμάτιο, πάνω απ’ το παλιό «Τοπάζ»… ναι, σε ‘κείνο το σπίτι με τα παραισθησιακά μωσαϊκά…
    Πόσες φορές δεν σκέφτηκα, τις ώρες της μεγάλης δόξας μου, ένα μωσαϊκό που χάνει τις ψηφίδες του! Και πόσες φορές δεν ρώτησα: «πόσες ψηφίδες μπορούν να χαθούν προτού πάψει να είναι πιά ένα μωσαϊκό?» Και πάντα απαντούσα, και κάπως με ησύχαζε η απάντηση εκείνη: «ένα αληθινά ρομαντικό μωσαϊκό είναι εκείνο που του λείπουν όσο το δυνατόν περισσότερες ψηφίδες». Και πόσες φορές δεν ξανασχεδίασα στην φαντασία μου τα δάπεδα. Αφαιρώντας συνεχώς ψηφίδες. Κι ας ήξερα τον κίνδυνο που παραμόνευε στη διαρκή αφαίρεση: να βρεθείς ένα βήμα απ’ το κενό, εκεί όπου επικρατεί η μέγιστη συμπύκνωση. Πόσες φορές δεν τριγύρισα μέσα στα άδεια του δωμάτια με την αδαμάντινη πεποίθηση πως το κενό στηρίζεται πάνω σ’ έναν άπειρο υδροφόρο ορίζοντα. Σ’ αυτή την άκρη του Αρχιπελάγους κουβάλησα τους εφιάλτες του Ωκεανού.
    Είμαι καλύτερα όμως τώρα, ή σχεδόν καλά. Αλλά δεν μένω και πολύ στο σπίτι. Και στους λόφους, στους λόφους πιά δεν τριγυρνάω σαν αερικό. Και δεν διατρέχω τη μεγάλη άμμο μέσα στο λιοπύρι οικτείροντας τους παραθεριστές. Όμως θα με βρείτε κάποιες νύχτες στην Ορφανίδου να χαζεύω τις γκόμενες, τους μπράβους και τους κράχτες κ.τ.λ. κ.τ.λ.
    Δεν υπάρχει πια ποίηση, δεν υπάρχει λογοτεχνία… στις μέρες μας δύσκολο να βρεθεί καλή ζωγραφική. Αν θέλει κανείς σήμερα να κάνει τέχνη πρέπει να πάρει τα όπλα: Να είναι η πράξη πρωτόγονη. Αρχέγονη… Ας είναι μόνο η πρόβλεψη στρατηγική. Όσοι θέλουν να είναι καλλιτέχνες πρέπει να γίνουν guerilleros! Αυτό!

Καμιά φορά μες τα πλήθη των μεθυσμένων της Ορφανίδου μού φαίνεται πως διακρίνω φευγαλέα τον Arnold Layne. Απεδείχθη πιο τρελλός απ’ όλους μας. Ά, ήταν πάντα υπερβολικά παράτολμος, ένας τολμηματίας ήταν ο φίλος μας ο AL.    


 Ο Arnold Layne υπήρξε φίλος μου. Λένε πολλά, αλλά τίποτα τίποτα! Ο Arnold είναι παλληκάρι! Πέρασε μόνος του το Tazenrouf, το φοβερό τηγάνι, από την πλευρά της Μαυριτανίας. Τον βρήκανε οι Τουαρέγκ μισοπεθαμένο, με τα μάτια γεμάτα ήλιο, έξω απ’ την Temera, όχι μακριά απ’ το Γκάο. Ήταν μες τις οπτασίες ο φίλος μας ο ΑL. Στο παραλήρημά του είπε πράγματα που δεν έπρεπε να ακουστούν. Απαίσια τώρα η φήμη που τον συνοδεύει… αλλά ποτέ κανείς δεν υπαινίχθηκε ότι τού έλειψε το θάρρος… του φίλου μας του AL …αν υποτεθεί ότι είχε ποτέ φίλους. …Κάποιες φορές νομίζω πως τον βλέπω στην Ορφανίδου, μες τα πλήθη που γλεντοκοπούν κ.τ.λ. κ.τ.λ.
    …Πάντα λίγο θλιμμένος. Πάντα σκεφτικός…

    …έτσι είναι, “σε τέτοιες εποχές μεγάλης σιγουριάς οι γόνιμες ψυχές θα αναχωρούν για «άλλα μέρη», είτε για τις εξωτικές χώρες, είτε για το μεθύσι ή για τον θάνατο”.

                                                                                                      
                                                                                       Β.Η

Τετάρτη, 6 Σεπτεμβρίου 2017

Aristoteles in the Beach 2


(Συνεχίζουμε λοιπόν με τις δύο παρατηρήσεις του Αριστοτέλη)

-όποιο και αν είναι το ταλέντο και η αξία ενός ατόμου ή μιας μειοψηφίας, το συναθροισμένο πλήθος θα είναι πάντα ανώτερό τους σε εξυπνάδα και σε σοφία:

   «Οι πολλοί, που ο καθένας τους ξεχωριστά είναι άνθρωποι χωρίς αξία, είναι ωστόσο ικανοί, όταν συγκεντρωθούν να είναι καλύτεροι από τους αρίστους, όταν τους πάρουμε όχι έναν έναν χωριστά, αλλά όλους μαζί. (…) Γιατί καθώς είναι πολλοί ο καθένας διαθέτει κάποιο μόριο αρετής και φρόνησης, ώστε (όπως) όταν συγκεντρωθούν γεννιέται κατά κάποιον τρόπο ένας άνθρωπος με πολλά πόδια, πολλά χέρια και πολλές αισθήσεις- έτσι και με τις ηθικές και διανοητικές δυνάμεις» (Πολιτικά, Γ, 1281 a 40-1281 b 5).

    «Όλοι διαθέτουν αρκετή διάκριση, από τη στιγμή που θα συνέλθουν σε σώμα (…) ενώ ένα άτομο χωριστά στερείται ωριμότητας στην κρίση του» (1281 b 15). «Παρ’ όλο που το κάθε άτομο χωριστά μπορεί να είναι χειρότερος κριτής από τους ανθρώπους που ξέρουν, όλοι μαζί, από τη στιγμή που συνέρχονται σε σώμα, θα είναι καλύτεροι κριτές από τους γνώστες ή τουλάχιστον όχι χειρότεροι. (1282 a 15).

-ο Αριστοτέλης μένει αμετακίνητα πιστός στο ιδεώδες της πολιτικής ισότητας και, πέρα απ’ αυτή, στο ιδεώδες της κοινωνικής ισότητας. Και σ’ αυτό το θέμα είναι αρκετά ρεαλιστής, ώστε να ξέρει πως δεν υπάρχει καμιά αδιάβατη τάφρος ανάμεσα στο κοινωνικό πεδίο και στον πολιτικό χώρο, κανένα στεγανό: σε μια πολιτεία όπου βασιλεύουν πολύ μεγάλες ανισότητες – μεταξύ πλουσίων και φτωχών κυρίως-, η πολιτική ισότητα και η ελευθερία αναγκαστικά αντιμετωπίζουν μεγάλη απειλή.
   Αυτό δεν οφείλεται μόνο στις ζήλειες και στις εντάσεις που προξενούν αυτές οι ανισότητες. Σε μια τέτοια πολιτεία, προσθέτει ο Αριστοτέλης, οι πλούσιοι δεν έχουν μάθει και δεν θέλουν να άρχονται, ενώ οι φτωχοί είναι ανίκανοι να άρχουν, και το μόνο που ξέρουν είναι να υπακούουν σε μιαν αρχή που τους μεταχειρίζεται σαν δούλους (Πολιτικά, Δ, 1295 b 15-25). Με άλλα λόγια, ανασυγκροτείται η διαρκής διαίρεση μεταξύ εκείνων που άρχουν και εκείνων που άρχονται, η  οποία είναι καταστροφική για την ελευθερία και χαρακτηρίζει όχι την πολιτεία αλλά τη φύση. Όπως λέει ο Αριστοτέλης: «Καταλήγουμε έτσι σε μια πόλη κυρίων και δούλων, αλλά όχι ελευθέρων ανθρώπων, όπου οι μεν είναι γεμάτοι φθόνο και οι δε γεμάτοι περιφρόνηση» (1295 b 20).
     Έτσι ο Αριστοτέλης καταλήγει στο περίφημο συμπέρασμα: οι καλύτερες πόλεις είναι εκείνες όπου η πλειοψηφία των πολιτών ανήκει στη μεσαία τάξη, όπου οι αποστάσεις και οι ανισότητες μεταξύ των πολιτών είναι επομένως μειωμένες στο ελάχιστο: «Εν πάση περιπτώσει, μια πόλη απαιτείται να απαρτίζεται όσο γίνεται περισσότερο από άτομα ίσα και όμοια, κάτι που συναντιέται κυρίως στη μεσαία τάξη. Βλέπουμε, λοιπόν, πως η καλύτερη πολιτική κοινότητα είναι εκείνη, όπου η εξουσία είναι στα χέρια της μεσαίας τάξης, και πως δυνατότητα να κυβερνηθούν καλά έχουν εκείνοι οι τύποι πόλεων, που έχουν πολυάριθμη μεσαία τάξη» (1295 b 25-35).
    Θα μπορούσα να έχω βρει στους ύστερους σοφιστές -στον Λυκόφρονα, στον Αντιφώντα- ακόμα πιο ρητές δηλώσεις υπέρ της ισότητας. Μου φάνηκε όμως ενδιαφέρον να καταδείξω, πως, ακόμα και για κάποιον τόσο μετρημένο και μετριοπαθή όπως ο Αριστοτέλης, η ελευθερία των πολιτών προϋποθέτει την πολιτική τους ισότητα, και πως αυτή η πολιτική ισότητα, με τη σειρά της δεν είναι νοητή χωρίς έναν υψηλό βαθμό κοινωνικής ισότητας.               

    Αυτό το μικρό κείμενο με σκέψεις του Αριστοτέλη -αυτό το ύψος!- έδωσα σε μια υπάλληλο, εργαζόμενη γυναίκα, μια γυναίκα πιθανώς παντρεμένη, πιθανώς με δύο παιδιά που την περιμένουν σπίτι… Μα ο Αριστοτέλης ήταν ένα Πολιτικό Τέρας… γέννημα μιας Μεγάλης Εποχής!
    Όσες φορές πέρασα από ‘κει, το μαγαζί ήταν γεμάτο κόσμο, κι αυτή πολύ απασχολημένη να πουλά τα αμφιλεγόμενα προϊόντα που βαραίνουνε τα ράφια… πρέπει να ‘ναι και ευγενική με τους πελάτες! Υπάρχει κάτι ελαφρά συνωμοτικό απ’ τη μεριά μου, ίσως κάτι σαν αμηχανία απ’ τη μεριά της. Μια φορά μού πέταξε ένα γρήγορο σχόλιο που υποδήλωνε πλήθος δισταγμών, αλλά ολοκληρωμένη απάντηση δεν πήρα. Μια άλλη, είπε: «Αχ, αυτά μου φαίνεται είναι για να τα διαβάζουμε μονάχα. Δεν μπορούμε να τα πράξουμε! Ούτε να τα σκεφτούμε καν! Δεν νομίζεται?» Έτσι είπε. Μού έκανε εντύπωση που χρησιμοποίησε το ρήμα πράττω!

    Δεν πειράζει, το κύτταρο είναι ακόμα ζωντανό. θα περιμένω όσες γενιές κι αν χρειαστούν. Ό,τι για αιώνες κοιμάται θέλει χρόνο κι όλο το αίμα μιας ζωής για να αφυπνισθεί.

                                                                                                                      Β.Η

Aristoteles in the Beach



    Έχοντας ψωνίσει μερικά πραγματάκια στο μπακάλικο της γειτονιάς και περιμένοντας τη σειρά μου για να πληρώσω, ακούω την μπακάλισσα να λέει στον προηγούμενο πελάτη: «… ο πολιτισμός των αγαθών!»
- Και ο πολιτισμός των δικαιωμάτων! λέω εγώ κάνοντας ένα βήμα και δίνοντάς της τα λεφτά.
-Ποια δικαιώματα? Βλέπετε εσείς να μας έχει μείνει κανένα δικαίωμα? ρωτά κρατώντας τα νομίσματα στο χέρι και κοιτώντας με μισοκακόμοιρα.
-Άστα τα δικαιώματα! Δικαιώματα έχουν μόνο οι δούλοι! Ο Αφέντης έχει μόνο υποχρεώσεις! λέω μπαίνοντας με τις μπάντες στη συζήτηση. Εσύ, αν θες να είσαι ο αφέντης της ζωή σου, τι υποχρεώσεις έχεις?
    Με κοιτά αβοήθητη, στρέφει και τα μάτια προς την οροφή: …Να!...να είμαι… καλός άνθρωπος … να φροντίζω το σπίτι μου και… να είμαι ευγενική με τους πελάτες! καταλήγει θριαμβευτικά.
-Άλλη υποχρέωση? Δεν έχεις άλλη υποχρέωση? συνεχίζω επιτακτικά σαν ανακριτής.
-Σαν τι άλλη υποχρέωση? ψελλίζει.
-Υποχρεώσεις προς την Πολιτεία!
-…Τι υποχρεώσεις να ’χω προς την Πολιτεία? λέει αδύναμα
Το σπίτι σου το φροντίζεις? την ρωτώ.
-Και βέβαια το φροντίζω!
-Ωραία! Το φροντίζεις! Μέχρι έξω την αυλή, φαντάζομαι. Έξω από την αυλή? Το μεγάλο σου το σπίτι? Το φροντίζεις κι αυτό?
-Μα… αυτό είναι πολύ δύσκολο, με κοιτά αποσβολωμένη. Γι’ αυτό έχουμε και τους πολιτικούς, και τους πληρώνουμε!
-Λάθος! Μέγα λάθος! της κάνω με ύφος 1000 διδασκάλων. Αν δώσεις εξουσία εν λευκώ σε κάποιον κι αυτός βάλει το δικό του συμφέρον πάνω απ’ το δικό σου, αν του εμπιστευτείς εν λευκώ και 1 εκατομμύριο, κι αυτός, κάποια στιγμή, πάρει 100.000 από την μία τσέπη και τις βάλει στην άλλη… φταίει μετά αυτός? Άσε που τον βάζεις σε πειρασμό και, δεδομένης της φύσης του ανθρώπου, τον διαφθείρεις… έτσι που τον άφησες χωρίς στενό έλεγχο! Φταίει μόνο αυτός δηλαδή και πας και τον μουτζώνεις έξω από τη Βουλή η μπας και δεν είσαι και συ εντάξει με τις υποχρεώσεις σου?
    Η γυναίκα μα κοιτάει κατάπληκτη με την τροπή που πήρε η συζήτηση.
-Έχετε δίκιο! λέει απαλά. Και, ξέρετε? Απ’ αυτό το σημείο, νοιώθω, πηγάζουν όλα μας τα προβλήματα! Και η φωνή της έχει ένα καινούργιο τόνο, ακόμα και για την ίδια, σαν μια φωνή που τη δοκιμάζει για πρώτη φορά και την αφήνει ευχαριστημένη. Σαν ένα φόρεμα που το προβάρει και ανακαλύπτει ότι την δείχνει όπως πάντα θα ήθελε να είναι.
-Διαβάζεις? Την ρωτώ.
-Ναι, μου απαντά.

    Λίγες μέρες μετά, πέρασα και τής έδωσα 3 φωτοτυπημένες σελίδες από ομιλία του Emmanuel Terray, από το: Οι Έλληνες, οι Ρωμαίοι και Εμείς. Εκδόσεις Αλεξάνδρεια.
- Θα το διαβάσω το βράδυ όταν θα χαλαρώνω, είπε.
                                                                   ………………………
Ιδού λοιπόν οι σελίδες:
…. «Ούτε άρχειν ούτε άρχεσθαι»: αυτή η αρχή ορίζει πολύ καλά την ελευθερία των ατόμων. Αν κανένας δεν διατάζει και κανένας δεν υπακούει, όλοι είναι ελεύθεροι. Δεν διακυβεύει όμως τη βιωσιμότητα της πολιτείας? Η πολιτεία δεν είναι μόνο μια συλλογή σκόρπιων ατόμων. Είναι μια συγκεκριμένη κοινότητα, με μια sui generis ενότητα, που καλείται να πάρει αποφάσεις και να τις κάνει σεβαστές, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, ώστε να διατηρήσει την τάξη μέσα και την ασφάλεια έξω. Δεν υπάρχει πολιτεία χωρίς αστυνομία, χωρίς δικαστές, χωρίς στρατιωτικούς αρχηγούς: η ίδια η ύπαρξη της πολιτείας προϋποθέτει την άσκηση διαφόρων αρχηγιών. Αυτό δεν αντιφάσκει προς την αρχή που διατύπωσε ο Οτάνης?
    Ο Αριστοτέλης σκέφτηκε πολύ πάνω σ’ αυτή τη φαινομενική αντίφαση, και μας προτείνει δυο συμπληρωματικές μεταξύ τους απαντήσεις:
-ένα άτομο δεν είναι ελεύθερο όταν είναι υποχρεωμένο να υποτάσσεται στη θέληση ενός άλλου ατόμου, όταν εξαρτάται από ένα άλλο άτομο. Αντίθετα, η ελευθερία του δεν διακυβεύεται, όταν, μαζί με όλους τους συμπολίτες του και στον ίδιο βαθμό μ’ εκείνους, υποτάσσεται στην ανώνυμη και απρόσωπη εξουσία ενός νόμου ως προς τον όποιον έχει και ο ίδιος εκφραστεί. Η υπακοή σε έναν συλλογικά ψηφισμένο νόμο, όπως και η εφαρμογή μιας συλλογικά ειλημμένης απόφασης, δεν απειλούν την ελευθερία, αφού δεν υποδουλώνουν σε ένα πρόσωπο, και δεν απειλούν την ισότητα, αφού ο νόμος και η απόφαση επιβάλλονται με τον ίδιο τρόπο σε όλους.
-Ο Αριστοτέλης γνωρίζει καλά πως αυτή η απάντηση είναι ανεπαρκής: ο νόμος πρέπει να ερμηνευτεί, προτού εφαρμοστεί στις συγκεκριμένες καταστάσεις. Κυρίως πρέπει να γίνουν επιλογές στις ιδιαίτερες περιπτώσεις, στις μοναδικές συγκυρίες, οι οποίες δεν επαναλαμβάνονται. Με άλλα λόγια, η πόλις χρειάζεται άρχοντες, δικαστές, στρατηγούς, αφού ο νόμος πρέπει να είναι γενικός και δεν μπορεί να προβλέψει, ούτε να ρυθμίσει τα πάντα. Μέσα όμως από αυτήν την οδό δεν μπορούν να επανακάμψουν η αρχηγία και η ανισότητα?
    Ως προς αυτό το σημείο ο Αριστοτέλης προσφέρει δύο λύσεις που σίγουρα δεν είναι απόλυτα συμβιβάσιμες:
-κατά αυστηρή συνέπεια, αν χρειάζονται αρχηγίες, πρέπει να ασκούνται εκ περιτροπής από όλους τους πολίτες. Αν ο καθένας άρχεται και άρχει με τη σειρά του, η ισότητα θα διατηρηθεί, και άρα θα διαφυλαχθεί η ελευθερία.
-όμως ο Αριστοτέλης είναι αρκετά ρεαλιστής, ώστε ν’ αντιλαμβάνεται τα μειονεκτήματα αυτής της εναλλαγής των ρόλων: ορισμένες αρχηγίες απαιτούν ειδικές ικανότητες και ταλέντα που δεν είναι ισομερώς μοιρασμένα στους ανθρώπους. Γι’ αυτό οδηγείται στη διάκριση μεταξύ μιας αριθμητικής ισότητας – όπου ο καθένας μετράει για ένας- και μιας αναλογικής λεγόμενης ισότητας - όπου το βάρος του καθενός είναι ανάλογο με την αξία του. Το καλύτερο καθεστώς συνδυάζει τις δύο ισότητες στην επιλογή των αρχόντων: άρα, στο μέτρο που η αριθμητική ισότητα παραπέμπει στη δημοκρατία και η αναλογική ισότητα στην αριστοκρατία, το καλύτερο καθεστώς είναι ένας συμβιβασμός μεταξύ των δύο αυτών μορφών.
    Ο Αριστοτέλης εγκαταλείπει άραγε το στρατόπεδο της δημοκρατίας και προσεγγίζει εκείνο της αριστοκρατίας? Δεν είναι τόσο προφανές, όσο ίσως θα νόμιζε κανείς. Πρέπει να λάβουμε υπόψιν μας εδώ δύο παρατηρήσεις του:
                                                                                                               (συνεχίζεται)


Κυριακή, 27 Αυγούστου 2017

Tourists, stay in your own misery at home. Don’t make ours worse!



    Ρόδος: χιλιάδες στρέμματα γης εγκαταλελειμμένα, γεμάτα πεταμένες συσκευασίες φυτοφαρμάκων. Διαλυμένα θερμοκήπια με νάιλον πολυμερισμένα απ’ τον ήλιο που τα αναδεύει ο άνεμος. Στην Απολακκιά, όταν ο αέρας φυσάει «από μέσα» σε πιάνει απ’ τον λαιμό η αναπνοή της χημείας. Η Αρνίθα καίγεται αλλά τα νεαρά παιδιά της σερβίρουν μπύρες και καφέδες στα μεγάλα ξενοδοχεία και τηλεφωνάνε απ’ τα κινητά τους στον πατέρα για να μάθουν, προς τα πού τραβάει η φωτιά. Ένας πληθυσμός, γκασταρμπάιτερ και μετανάστης στον τόπο του. Κάθε σαιζόν χάνει ακόμα ένα καλοκαίρι. Στις λαϊκές συνοικίες, διακοπές υδροδότησης για να ποτίζονται τα γκαζόν των ξενοδοχείων και να τρέχουν τα ντους στις παραλίες και τα «δωμάτια». Ρόδος: φάμπρικα «νεκρού χρήματος» και Υποθήκη. Άσυλο και ψυχοθεραπευτήριο όπου Ισραηλινοί «φαντάροι», Έλληνες «δούλοι» και Ευρωπαίοι-«παχύδερμα» συγχρωτίζονται σε ασταθή ισορροπία. Ο μεγαλύτερος «παιχνιδότοπος» στην Νότια Ευρώπη!
                                                                                               
                                                                                                      
                                                                                                       Β.Η

Τετάρτη, 16 Αυγούστου 2017

ΤΟΠΑΖ



    Φτάνοντας στη Ρόδο καθυστέρησα όσο δεν έπαιρνε άλλο να βρω δικό μου σπίτι. Ώσπου ήρθε η στιγμή. Ύστερα από κάμποσα μπρος-πίσω και κάποιες συναισθηματικές ανακατατάξεις έπιασα το δωμάτιο με τα δυό θαλασσινά παράθυρα πάνω απ’ το παλιό εστιατόριο «ΤΟΠΑΖ». Το κτίριο ήταν μισοερειπωμένο. Όμως από ‘κείνα τα δυό παράθυρα, που το ένα έβλεπε βόρεια και το άλλο δυτικά, το δωμάτιο είχε πλατιά θέα στο θαλάσσιο πέρασμα ανάμεσα στο νησί και στ’ απέναντι Μικρασιατικά παράλια. Το ‘ξερα από πριν πως αυτό το κατάλυμα μού ήτανε «γραμμένο» για να γίνω αυτό που ήθελα να γίνω: ένας αμαρτωλός ερημίτης.
   Το μέρος ήταν απ’ τα ελάχιστα ρομαντικά μέρη που έχουν απομείνει στον κόσμο μας. Κι όταν λέω «ρομαντικό» εννοώ, ένα απ’ αυτά τα μέρη που σε κάνουν να ρεμβάζεις, δηλαδή  να ονειρεύεσαι το πέρασμα του Χρόνου. Άλλωστε ή λέξη ρεμβασμός είναι πιά μια σπάνια λέξη. Αναρωτιέμαι ακόμα αν υπάρχει στα σύγχρονα λεξικά.
                                                             …………………
   Βέβαια, το γεγονός ότι η περιοχή ήταν αρχαία έλη που αποξηράνθηκαν πριν λίγες δεκαετίες και η γύρω έκταση, γεμάτη μουσουλμανικά νεκροταφεία που, πιο αργά, σκεπάστηκαν με μπετόν και χύθηκαν τσιμεντοκολόνες εν μια νυκτί, για να προλάβουνε, δεν ξέρανε κι αυτοί τι, και χτίστηκαν από πάνω τους ξεδιάντροπα ξενοδοχεία καθιστούσε την περιοχή «δύσκολη». Κι όταν λέω «δύσκολη» εννοώ, «εδαφικά». Μ’ ό,τι αυτό συνεπάγεται, ψυχογεωγραφικά αν μ’ εννοείτε. Αυτά όμως θα τα μάθαινα αργότερα και κάπως θα εξηγούσα την έλξη και συνάμα την απώθηση που ο τόπος μού προκαλούσε. Ούτε ήξερα ακόμα ότι σε κάποια «γνωστά» εστιατόρια τα υπόγεια πλημμυρίζαν ξαφνικά.
                                                             …………………..
   Κατάλαβα αμέσως πως οι δυό γείτονές μου, ένας τοπογράφος μηχανικός που διατηρούσε γραφείο στη πρόσοψη του κτιρίου και ένα «χαμένο παιδί» που έμενε στο βάθος του διαδρόμου ήτανε ορισμένοι για μένα απ’ τις εσώτερες στοιβάδες της Τύχης. Ο μηχανικός όλη την ημέρα έκανε υπερατλαντικές κλήσεις και όλη τη νύχτα άκουγε σταθμούς «από κάτω», απ’ την Αραπιά. Η αραβική γλώσσα, όπως, κατευθυνόμενος προς το γωνιακό δωμάτιο, πέρναγα σα σκιά έξω από το ανοιχτό γραφείο του, που έλαμπε σα φωτισμένο καράβι μες τη νύχτα, άπλετα φωτισμένο με σκληρά φώτα νέον, ακουγόταν απίστευτα οικεία, πράγμα πολύ παράξενο γιατί δεν καταλάβαινα παρά ελάχιστες λέξεις. Κι ακόμα πιο παράξενο μου φαινόταν το ότι δεν μπορούσα να καταλάβω μια τέτοια γλώσσα. Κι όταν πιά αργά τη νύχτα «μπούκωναν» οι συχνότητες από τα πολλά παράσιτα, έκλεινε το ραδιόφωνο κι απέμενε σιωπηλός. Κοιτούσε μόνο, έξω, τον άνεμο που λύγιζε τα αρμυρίκια. Έκρινα λοιπόν ότι επρόκειτο για έναν άνθρωπο με κάποιες προσωπικές αρχές αφού δεν εμπιστευότανε τα σύγχρονα Μέσα Διασποράς των ειδήσεων και προτιμούσε το ραδιόφωνο.
   Και το παιδί, το καημένο παιδί… μα αυτός ήταν ένα άγγελος με κομμένα φτερά. Το γλυκό απόγευμα, όταν έσπαγε η μεγάλη ζέστη κι έβγαινε ο κόσμος να βολτάρει στην πλατεία με τους φοίνικες, έπαιρνε θέση στο ανοιχτό παράθυρό του και καθότανε εκεί ως αργά που αραίωνε η κίνηση. Σαν κομμάτι ζωγραφιάς έμοιαζε εκεί απάνω όπως ερχόμουνα απ’ την πλατεία.
   Ούτε με τον μηχανικό, ούτε με το παιδί αλλάζαμε ποτέ μια λέξη, ούτε εκείνοι μεταξύ τους γιατί ήταν απ’ τη φύση φτιαγμένος βλοσυρός ο μηχανικός… με το παιδί μόνο, καμμιά φορά, ένα αδιόρατο χαμόγελο όταν συναντιόμασταν στον διάδρομο τυχαία. Τα πράγματα ήτανε λοιπόν θαυμάσια, εδώ θα μπορούσα ανεμπόδιστος να προχωρήσω προς την αγιότητα και τον φανατισμό.
                                                  …………………………………….

   Εδώ κάθομαι λοιπόν, μπρος στο βορινό παράθυρο κι αγναντεύω τη θάλασσα. Βλέπω τα καράβια να περνούν. Κάποια απ’ αυτά, είναι φανερό, δεν είναι πραγματικά. Φαίνονται από τον τρόπο που αναδράμουν ενάντια στον καιρό, από τις περίεργες αφύσικες κλίσεις που παίρνουν. Μερικά απ’ αυτά δεν αφήνουν ούτε καν την αφρισμένη αυλακιά πίσω τους. Κι άλλα αιωρούνται για μερόνυχτα πάνω απ’ το νερό, ώσπου ξαφνικά ένα πρωί είναι φευγάτα.
   Υποπτεύομαι ότι είναι τα καράβια που κάποτε πάσχισαν να βρουν το Β.Δ Πέρασμα ανάμεσα στη Β. Αμερική και τον Πόλο που οδηγεί στον άλλο Ωκεανό. Βλέπω τα τσούρμα τους χλωμά, με τα πρόσωπα σφιγμένα από τις Βόρειες καταχνιές. Ανάμεσά τους ξεχωρίζω και τους μπαρκαρισμένους της τελευταίας στιγμής. Αυτούς που ονειρεύτηκαν ένα άλλο Βορειοδυτικό Πέρασμα: αυτό ανάμεσα στην πραγματική ζωή και τις προσομοιώσεις της. Που, γεννημένοι στασιαστές, μπάρκαραν αποφασισμένοι, την κατάλληλη στιγμή, να αναλάβουν τη διεύθυνση του σκάφους. Ω, Στασιαστές, ευλογημένοι και τραγικοί! Ω, Ιερή Τρέλα: ενάντια στη θεμελίωση του Κόσμου να κάνεις στάση!

   Αλλά εγώ ψάχνω με διψασμένο μάτι για το άλλο το καράβι… που δεν μπορεί, κάποια στιγμή θα φανεί κατά τας Γραφάς. Το Μαύρο  Καράβι με τα 50 κανόνια. Με τα μαύρα πανιά και το σημάδι. Που θα σταθεί κόντρα στον άνεμο και ενάντια στην πόλη. Κι όπως θα σταθεί τ’ απίστομα για μία στιγμή, θα λάμψει γραμμένο με αιματοκόκκινα γράμματα απάνω στη μάσκα το τρομερό όνομα: Τοπάζ! Και θα σηκώσει τις σκιερές σημαίες του, πλοίο σταλμένο απ’ τον Άδη που το τυλίγουν πάντα οι μακριές σκιές του. Και, μόνο, προτού αρχίσουν οι άγριες γιορτές του, το λούζει για μια στιγμή απαίσιο φως. Γιατί είναι γιορτές αίματος, οι υπέρτατες γιορτές - οι πιο αρχαίες.
   Και θα βγουν οι κουρσάροι με σκοτεινιασμένη την όψη στην πόλη. Με υποκοπάνους και πνιχτές προσταγές θα αδειάσουν τα σπίτια. Κα θα σαλαγήσουν το πλήθος στη μεγάλη πλατεία- άπειρο ποδοβολητό χωρίς καμία κουβέντα. Και θα φέρουν την ξανθιά μουλάτα, τη Johanna, αυτήν που τα κωλομέρια της είχανε γίνει «σημεία και παντιέρα των καιρών». Θα εμφανιστεί αυτή, κουμπωμένη ως τον λαιμό- τέρμα τα χάχανα και οι ματιές. Και θα αρωτήξουνε: «Ποιοι?» Ποιοι με απειλές, δώρα και υποσχέσεις, την έφεραν σ’ αυτό το σημείο και για ποιους έστρωνε σεντόνια και καθάριζε κατόπιν? Ποιανών άκουσε το αγκομαχητό από πάνω της, σαν από πολύ μακριά, χαμένη σε μια εικόνα από τα παιδικά της χρόνια? Έναν-έναν θα τους δείξει, πολίτες επιφανείς και αξιότιμους. Και πολλούς κακομοίρηδες και άλλους καταφερτζήδες. Και θα τους τραβήξουνε στην άκρη ώσπου θα σχηματιστεί ένα τεράστιο γκρίζο μπουλούκι. Και όταν την αρωτήξουνε, αν είναι, κανέναν να λυπηθεί ή να τους σφάξουνε όλους στο γόνατο… με μάτια πρησμένα και χείλη τρεμάμενα, υγρά, μέσα από λυσσασμένα σπλάγχνα θα βογκήξει: Όλους!
                                                     …………………………………….

    Έπειτα, έβγαινα στην πόλη να κάνω τη βόλτα μου. Πέρναγα μπρος από τα φωτισμένα ξενοδοχεία σα σκιά. Απέφευγα να μιλήσω και φρόντιζα να μη με πάρει ανθρώπου μάτι. Απέφευγα τους λίγους γνωστούς που μού ΄χαν απομείνει, έτσι κι αλλιώς, γινόμουν όλο και πιο πολύ ένας «άγνωστος» ξανά. Η προσωπική μου ιστορία σ’ αυτά τα μέρη έσβηνε σιγά-σιγά όπως στεγνώνει το νερό πάνω στο βράχο. Γλένταγα αυτή την αργή αλλά σταθερή αποπροσωποποίηση, αυτή την καταβύθιση: σβήσε τα ίχνη, σβήσε τα ίχνη, έλεγα και προχώραγα. Ανακατευόμουνα με τα πλήθη των holiday-makers που γύρναγαν από τις παραλίες, αυτών που ήρθανε εδώ από πολύ μακριά, για να ξεφαντώσουν «ελαφρά τη καρδία» εν μέσω της κακομοιριάς  ξένων ανθρώπων και κατέληγαν να μεγαλώνουν τη δυστυχία αυτών των ανθρώπων…! Ναι, έρχονταν ασταμάτητα να ξεφαντώσουν εν μέσω της κακομοιριάς ξένων ανθρώπων και να μεγαλώσουν τη δυστυχία τους! Χανόμουν μέσα στην μάζα που έκανε βόλτα στις προβλήτες, κατασκόπευα τις  όμορφες οικογένειες και τα παιδιά που φωνασκούσαν και αργά το βράδυ κατέληγα στην Ορφανίδου, αυτόν τον υπέροχο ναυτικό δρόμο με τα μπαρ που εκτεινόταν, από τη μέσα μεριά, παράλληλα με την παραλιακή λεωφόρο. Αυτόν τον δρόμο που τού άξιζε καλύτερη τύχη: που θα ‘πρεπε να ‘ταν γεμάτος ναυτικούς και «κορίτσια» και ήταν μόνο ένας δρόμος για τους Σουηδούς που μπεκροπίναν. Καθόμουν έξω από το Red Lion, μετά πήγαινα παρακάτω, χάζευα τους μπράβους και τους κράχτες, κοίταγα τις γκόμενες που ήταν μαρκαρισμένες με τατουάζ σα σκλάβες και τ’ αγόρια που είχαν ξοδέψει τον χρόνο τους στα γυμναστήρια και συμπεριφέρονταν σαν ηλίθιοι. Όλο και λιγότερο, οι Ευρωπαίοι μού θυμίζουν πολίτες μιας Δημοκρατίας, έλεγα μέσα μου. Τότε επαναλάμβανα τα λόγια ενός Γάλλου ποιητή: «Οι ιδέες σας προκαλούν τρόμο και οι ψυχές σας είναι αδύναμες. Η συμπόνια και η σκληρότητα σας είναι παράλογες, πράξεις χωρίς ίχνος ψυχικής γαλήνης, σαν παρορμήσεις ακαταμάχητες. Τέλος φοβάστε ολοένα και περισσότερο το αίμα. Το αίμα και το χρόνο».

    Μετά πέρναγα μέσα από τις πισίνες και ονειρευόμουνα λουτρά αίματος και τα νερά να κοκκινίζουν. Ο Τουρίστας συναντάει τον δίδυμο αδελφό του, τον τρομοκράτη, έλεγα. Η οργανωμένη ξενοιασιά τον οργανωμένο τρόμο!  Έτσι είναι, πρέπει να επιτευχθεί μια ισορροπία.
    Είχανε έλθει να χωθούνε στα Στρατόπεδα Διακοπών, τα αποκαλούμενα «Τουριστικές μονάδες». Και πράκτορες και tour operators και συνοδοί και tourist guides και τουριστικά γκρουπ και πλάνα και σχεδιασμός και διασκεδαστές, ένα ολόκληρο λεξιλόγιο δανεισμένο από τη στρατιωτική ορολογία και άγια καπιταλιστικά σκατά…! Σαν ίσκιος ανάμεσα σε ίσκιους διέσχιζα την άμμο μέσα στο λιοπύρι και τους έβλεπα ξαπλωμένους με τα μάτια κλειστά στον ήλιο, σαν ίσκιος, γύρω τους τις νύχτες, παρακολουθούσα τα πρόσωπα τους που φέγγανε στην αναλαμπή από φωτεινές οθόνες έτσι όπως ήτανε συνδεδεμένοι με αλλόκοσμα δίκτυα αλλά όχι με το χώμα που πατούσαν. Δεν μπορούσα να μη σκεφτώ τι διάολο χαμοζωή κάνανε στις κωλοπατρίδες τους και από τι θέλαν να ξεφύγουν εδώ κάτω που ‘ρθανε! Ένοιωθα τότε να φουντώνει μέσα μου μια άγρια περιφρόνηση. Δεν ήμουνα ο μόνος. Παντού, αυτοί που τους υπηρετούσαν με χαμόγελα κι αυτοί που οργάνωναν τη μάζα τους και τους κολάκευαν, τους περιφρονούσαν επειδή δέχονταν αδιαμαρτύρητα, σχεδόν αυτάρεσκα, να τους φέρονται σαν να ήτανε εμπόρευμα. Μόνο διαμαρτύρονταν λιγάκι όταν ανακάλυπταν ότι, σαν εμπόρευμα, η τιμή τους ακολουθούσε πτωτική τροχιά. Ούτε μου διέφευγε το γεγονός πως μόλις ξεμπέρδευαν με τους ταπεινωτικούς ελέγχους στα αεροδρόμιά τους, γίνονταν πρόσκαιρα μέλη ενός παγκόσμιου τουριστικού έθνους- αυτοί οι πιστοί μιας θρησκείας που προέβλεπε «Διακοπές»- και  ότι όταν κάποιος από αυτούς έπεφτε σε συμφορά, όλοι τους νοιώθαν την ανησυχία της αγέλης. Τότε ονειροπολούσα: Εγώ, με οπλισμένο χέρι, θα τους προσέφερα  όχι τις μικροεξάψεις που επιζητούσαν μες την άνεση και την ασφάλεια, αλλά τη συγκίνηση που βαθιά μέσα τους δίχως να ξέρουνε αποζητούσαν. Με πράξη αποτρόπαιη, πράξη που θα την καταλάβαιναν ως τα τρίσβαθα, θα έκανα τις  διακοπές τους «πραγματικά αξέχαστες» επιφυλάσσοντάς τους την «Ύστατη τουριστική εμπειρία», την Εκκένωση!

                                                                                                          
    Καμιά φορά σκιαζόμουνα από τη βία των οραμάτων μου αλλά όχι και πολύ. Παραξενευόμουν και λιγάκι γιατί πάντα θεωρούσα ότι ήμουνα καλός, δηλαδή ότι αγαπούσα τους ανθρώπους… τέτοιες στιγμές ανησυχούσα λίγο παραπάνω. Τότε ήλπιζα να βρω γυναίκα μπας και μπορέσω να κρατηθώ σε μια απόσταση από την  παραφροσύνη. Έχει δίκιο ο Ιουδαϊσμός, σκεφτόμουν σχεδόν μεγαλόφωνα, που παντρεύει τους ραββίνους του. Η γυναίκα «γειώνει» τον άντρα.  Αλλά τι γυναίκα? Όχι καμιά απ’ αυτές τις κωλοπετσωμένες, ούτε τις σουσουράδες που γύρναγαν δεξιά κι αριστερά και με τσακίσματα και καμώματα επέτειναν το χάος!

   Έπειτα πήγαινα και καθόμουνα με τους φτωχούς. Αυτούς που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα. Για πρώτη φορά διαπίστωνα πόσο πολλοί είναι οι φτωχοί και πόσο καταπτοημένοι μέσα σ’ αυτό το λαμπερό σκηνικό πλούτου. Καμιά φορά, ολόκληρες αρμαθιές απ’ αυτούς κάθονταν άπραγοι και οριστικά νικημένοι. Διάλεγα κάτι ζευγάρια που αγόραζαν ένα κουτάκι μπύρα από το περίπτερο και καθόντουσαν σ’ ένα πεζούλι. Δεν μιλούσαν σχεδόν ποτέ. Δεν είχαν τίποτα να πούνε. Μόνο κάθονταν εκεί αμίλητοι μες τα φώτα ρουφώντας ηδονικά μια λάμψη που δεν ήτανε δικιά τους αλλά που βόηθαγε στον ψυχικό μεταβολισμό τους για να μπορέσουν να κρατηθούν λίγο ακόμα στη ζωή. Έπειτα γύριζαν στο γιατάκι τους έχοντας ακούσει πολλά γέλια και απανωτές μουσικές, έχοντας δει αυτοκίνητα, φωτισμένες βιτρίνες και διαφημίσεις. Αγόραζα κι εγώ μια μπύρα και καθόμουνα κοντά τους. Αλλά αυτοί είχαν τουλάχιστον ο ένας τον άλλον. Εγώ δεν είχα κανέναν. Μόνο μια σκοτεινή περηφάνια: ότι γινόμουνα σιγά- σιγά ένας παρίας. Και ο ύψιστος αποστερημένος!

                                                               …………………………….

   Τότε ήρθε η μεγάλη ζέστη. Το θερμόμετρο έφτασε γρήγορα στους 42 βαθμούς και μετά, αργά, ανέβηκε για λίγο στους 44. Ο άνεμος έπεσε τελείως, τα αντικρινά βουνά εξαφανίστηκαν μέσα σε ένα αδιαφόρετο γαλακτερό γκρίζο, ούτε καν οι λόφοι πίσω από το αεροδρόμιο δεν διακρίνονταν κι ας ήταν σε μια απόσταση μόνο 7-8 χιλιομέτρων. Μαζί με τη ζέστη ήρθε και η υγρασία. Η άπνοια ήταν τέτοια που οι σημαίες κρέμονταν πάνω στους ιστούς. Οι άνθρωποι σέρνονταν αποκαμωμένοι και οι παραλίες ήτανε γεμάτες κόσμο μέχρι πολλή ώρα αφότου είχε βραδιάσει. Κάποιες στιγμές τα σκυλιά, πολλά σκυλιά μαζί, αλυχτούσαν και κάποιοι περίμεναν σεισμό.
   Τις νύχτες δεν κοιμόμουνα, μόνο ξαπλωμένος με τα μάτια ανοιχτά άκουγα τα τραγούδια των μεθυσμένων απ’ την πλατεία και τα σπασίματα των μπουκαλιών. «Αυτή είναι η πατρίδα μας!» έλεγα. «Ένας απόπατος ειν’ η πατρίδα μας, ούτε η θάλασσα, ούτε τα ψηλά βουνά». Καμιά φορά ακούγονταν σειρήνες από πυροσβεστικά οχήματα ή περιπολικά ή ασθενοφόρα και πολύ τακτικά, συναγερμοί. Απόμακροι, επίμονοι. Όρθιος στο ανοιχτό παράθυρο άκουγα μακρινά σκυλιά να γαβγίζουν εκνευρισμένα και περίμενα κι εγώ τον σεισμό… Κατόπιν γύρισα, έκανα τρία βήματα και σωριάστηκα στο κρεββάτι. Ψηνόμουνα  στον πυρετό.
                                                ………………………………….

   Πέρασαν μέρες και ήρθανε νύχτες, δεν ξέρω πόσες, και κειτόμουν εκεί, χωρίς να σκέφτομαι τίποτα, με το μυαλό άδειο… καμιά φορά μέτραγα τ’ αεροπλάνα που δεν σταμάταγαν να έρχονται όλες τις ώρες… και κοίταγα την οροφή που ένα μέρος του σοβά είχε καταρρεύσει και φαινότανε το τσιμέντο και τα σκουριασμένα σίδερα. Άκουγα τους σοβάδες να πέφτουν από τους τοίχους και είχα μια ακατάλυτη αίσθηση φθοράς κι ούτε ήξερα τι ώρα ήταν. Μόνο καταλάβαινα ότι ήτανε απόγευμα όταν ο ήλιος ερχόταν από το δυτικό παράθυρο και όλο το δωμάτιο έλαμπε μέσα σε ένα χρυσό φως. Α, ήταν αυτό μια απίστευτη πανδαισία φωτός! Ήξερα τότε ότι ήμουν ακόμα ζωντανός και ότι κάποιος, ή κάτι, νοιάζεται για μένα αφού ερχότανε κάθε μέρα με απόλυτη ακρίβεια στο ραντεβού του. Και βάθαινε και γλύκαινε σιγά-σιγά το φως όσο ο ήλιος βάδιζε προς τη Δύση και ήλπιζα τότε ότι τα απέναντι βουνά είχαν ροδίσει και αιωρούνταν ανάερα και διάφανα στο σούρουπο όπως τα θυμόμουνα. Έπειτα έπεφτα σε νάρκη και πέρναγαν ώρες και συνερχόμουνα ξαφνικά στη μέση της νύχτας μέσα σε ένα απόλυτο σκοτάδι σαν να ήμουνα φυλακισμένος σε ένα σκοτεινό κουτί, νοιώθοντας ότι είμαι μόνος στον κόσμο.
                                                             ………………………….
    Ξύπνησα την ώρα που χάραζε. Άκουσα το μηχανάκι της κοπέλλας που ερχότανε κάθε πρωί στις 4 και 55’ ακριβώς. Τις νύχτες της αϋπνίας είχα τσεκάρει το απαράβατο ωράριό της, πώς στάθμευε το μηχανάκι της κάτω από το φτενό αρμυρίκι για να το γλυτώσει από τον ήλιο του μεσημεριού και πώς βάδιζε μετά, με στρατιωτικό βήμα, για τη δουλειά. Υπέθετα ότι ήταν μια πρωινή ρεσεψιονίστρια που πήγαινε για την πρώτη βάρδια της ημέρας. Είχα διαπιστώσει ότι ερχόταν και το έπαιρνε, με τις ίδιες υπολογισμένες κινήσεις, περασμένες 2 κάθε μεσημέρι. Θυμήθηκα την πρώτη φορά που την είχα αντιληφθεί: είχα κάτσει ώρα πολλή στο παράθυρο μετά. Πίσω από τα φωτισμένα ξενοδοχεία, προς την ανατολή, είχε αρχίσει ένα βαθύ πορτοκαλί, πέρα στα δυτικά ήταν ακόμα νύχτα,  οι δημοτικές λάμπες σκόρπαγαν ακόμα ένα λευκό απόκοσμο φως που ταχύτατα γινόταν κάποιο γαλακτώδες χρώμα όσο προόδευε η μέρα, κάτι με είχε κάνει να κοιτάξω προς τα πάνω- δύο υπέροχα άσπρα πουλιά περνούσαν πετώντας προς τη θάλασσα. Ύστερα ο μοναχικός αλήτης της πλατείας είχε φανεί- κάτι έψαχνε μες το σακκούλι του. Το αρμυρίκι αναδευόταν μες τον άνεμο της αυγής. Ύστερα λυγμοί. Δυό καλοφτιαγμένες κοπέλλες ντυμένες στα λευκά είχαν περάσει με βεβιασμένο βήμα. Η μια βάδιζε γρήγορα μπροστά, η άλλη, που ερχόταν καταπόδας ακολουθούμενη από ένα μεγάλο σκύλο, έκλαιγε γοερά. Ερχόντουσαν από την Ορφανίδου, …όπου προφανώς μια μικρή τραγωδία, και τράβαγαν κι αυτές προς την θάλασσα. Αλλά όλα αυτά μου φαινόταν πια σαν να είχαν συμβεί πολύ παλιά, κάποιο αρχαίο πρωινό

   Έμεινα στο κρεβάτι μερικές στιγμές. Για πρώτη φορά, ύστερα από μια ολόκληρη εποχή, ένοιωσα το μυαλό μου καθαρό. Ύστερα άκουσα τον θόρυβο της θάλασσας, τόσο διάφορο του Ωκεανού. Μια αδιάκοπη εκκωφαντική βουή που σκεπάζει τον κόσμο αναδίδεται από τον Ωκεανό, ένας συνεχής ρυθμικός παφλασμός είναι ο ήχος της θάλασσας. Τόσο καιρό σε τούτο το ερημητήριο είχα μάθει από αδιόρατα σημάδια να καταλαβαίνω τον καιρό. Το ρυθμικό ξέσπασμα των κυμάτων με ειδοποίησε για την επιστροφή του ανέμου. Πετάχτηκα όρθιος στο παράθυρο και είδα στο πρώτο αχνό φως χιλιάδες κύματα με αφρισμένες ράχες που έρχονταν προς την ακτή σαν θαυμαστή επικουρία που φτάνει την ύστατη στιγμή και χαιρέτησα τον αγαπημένο Βορειοδυτικό άνεμο, αυτό το παλιό ελεήμον μαϊστράλι της άφεσης. Έγειρα έξω και όλος ευγνωμοσύνη πήρα την πρώτη ανάσα.
                                                                                                                                             Β.Η


Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017

THE 80’s WAS A GREAT DECADE





    Δύο συνθήματα που "κοσμούσαν τους δρόμους της Αθήνας" στα μέσα της δεκαετίας του ‘80 ξανά-ανεγράφησαν ξαφνικά φέτος την Άνοιξη στα παλιά τους σημεία:
    Γωνία Ναρσή και Δαφνομήλη.
    Γωνία Μαυρικίου και Ιπποκράτους.
    Το ένα, ο θρίαμβος για την επικράτηση απέναντι σε έναν ανταγωνιστή.
    Το άλλο, η χαρά για την έναρξη ενός ταξειδιού.

    Η ανθρώπινη Μνήμη είναι κάτι τερατώδες. Ό,τι ο Χρόνος τείνει να απαλείψει, η Μνήμη πεισματικά διατηρεί και επαναφέρει. Ο Πολιτισμός βασίζεται σ’ αυτήν ακριβώς την «ιδιοτροπία».

    ....Υπάρχει όμως και η Λήθη. Η απρόσκοπτη άφεση στα γυρίσματα της ζωής.
                                                                                        
                                                                             Β.Η

Σάββατο, 12 Αυγούστου 2017

Old Bull Lee



    Πρέπει να μάθεις να υπάρχεις χωρίς θρησκεία χωρίς πατρίδα χωρίς συμμάχους.
                                                                            Γουίλιαμ Μπάροουζ

Σημ. Μεταμεσονύκτια Ημερολόγια:  W.B., εξαιρετικός τοπογράφος, όρισε τις συντεταγμένες του κόσμου μας. Σε μας εναπόκειται να λάβουμε σοβαρά υπ' όψιν τις σημειώσεις του για να ξέρουμε πού πρόκειται να πολεμήσουμε στο γύρισμα τούτου του αιώνα.
                                                                                         Β.Η